Πεφταστέρι


Κοιμήθηκα αποκαμωμένη από κούραση  νωρίς-  νωρίς απόψε. Φαίνεται το σώμα μου χόρτασε ύπνο, διαμαρτυρήθηκε και σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι . Χώθηκε κάτω από το χλιαρό ντους να χαλαρώσει η πονεμένη πλάτη. Σιγοτραγουδούσα σα βγήκα από το μπάνιο  «αστέρι μου , φεγγάρι μου» …  Τυλιγμένη με  το σάλι μου πάνω από τις λεπτές φανελένιες   πυτζάμες,  με  κοίταξα βλοσυρά μες στον καθρέφτη. Εντόπισα δυο  καινούριες ρυτιδούλες στο πλάι των ματιών μου. Πάλι  στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη? Μα τι όλο τον ρωτάς κυρά μου;;  Μεγαλώνω, σκέφτηκα! Μεγάλωσα κι άλλο  από την τελευταία φορά που  είμαστε κοντά!  Τι είπα? Είχα χρόνια να  σε πω με το όνομα σου. Τώρα θυμήθηκα  πως ο  Νοέμβρης έχει 18!  … Βλέμμα στιγμιαίας αμηχανίας. Την κυρία   αυτή  τη  βλέπω πρώτη φορά.                                                                            Θες πες τη συστολή, θες πες την αμηχανία … στο βλέμμα της όμως την είχα συναντήσει και παλιά … πολλές φορές … σε διαφορετικά πρόσωπα… χρόνια τώρα… ξανά και ξανά.

Τύλιξε πιο σφιχτά  γύρω από τους ώμους της το σάλι, παραμέρισε στην άκρη την κουρτίνα του παραθύρου να μην της κρύβει τον  ουρανό, βολεύτηκε νωχελικά στον καναπέ του καθιστικού μας και τάχα μου χώθηκε βαθειά μες το βιβλίο της … Προσποιήθηκε ότι διαβάζει…

Δεν διάβαζε, απασχολούσε το βλέμμα της… Όταν έχεις προπονηθεί να ξεγελάς τη σκέψη σου δεν είναι δύσκολο  να αναγνωρίσεις το « φευγάτο » βλέμμα κάποιου άλλου…

Χαμογέλασα τρυφερά και βάλθηκα  να τη φέρω σε αμηχανία μπας και ξεφύγει από τις σκέψεις που τριβέλιζαν το μυαλουδάκι της… Ένα παιχνίδι οικειότητας με το  άλλο μου μισό,  κι αυτό. Μόνο που κάπου- κάπου  η αιφνιδιαστική αμηχανία μπορεί και να λυτρώσει μια από τις δυο. Να βγάλει την αλήθεια μπροστά πριν καν προλάβεις να κρυφτείς πίσω από τα τσαλιμάκια  της ευγένειας. Φτάνει ο άλλος να έχει κάτι να πει. Και αυτή είχε  να μου πει και μάλιστα… πολλά…

– Αν χάσεις εφτά οκτώ  κιλά, δεν θα σε αναγνωρίζεις, της λέω ξαφνικά … Άντε ξεκίνα. Οκτώ κιλάκια είναι …

– Δεν έχω καιρό για τέτοια… Αρκετά έχω στο κεφάλι μου… μου ανταπαντά, με την αυθάδεια ανθρώπου που του παραβιάζεις τον προσωπικό του χώρο!

Δεν συνέχισα. Ο τοίχος είχε υψωθεί για τα καλά ανάμεσα μας και ο τσακισμένος εγωισμός  μου έκοψε τη φόρα. Απόμεινα να την κοιτώ… Βάλθηκα να την παρατηρώ, αμίλητη, μη μου σκιαχτεί και  … « ταμπουρωθεί»  ξανά πίσω από το καβούκι της.

Ένα ατίθασο τσουλούφι  από τα μαλλιά της ξεπρόβαλε αυθάδικα από την πετσέτα  που είχε τυλίξει γύρω τους για να απορροφηθεί η υγρασία, και κάπου εκεί λίγο πιο κάτω, στη βάση του λαιμού ένα πεφταστέρι… κρεμασμένο με χρυσό αλυσιδάκι  (σαν τους διάττοντες που έπεφταν βροχή απόψε στον ουρανό μας, που ανάμεσά τους ήταν δήθεν, φευγάτη. ) Ένα πεφταστέρι να της θυμίζει αυτόν που κάποτε της το είχε δωρίσει.

Τα πεφταστέρια είναι ψυχές,  μου  έλεγε ο πατέρας μου. Κάθε που κοιτάς στον ουρανό,  αν δεις πεφταστέρι, εκείνος που έφυγε  κάποτε  μακριά σου,  θέλει να σου θυμίζει ότι είναι ακόμα “εδώ”.   

Χαζο-  Μαρίτσες,  σκέφτηκα. Ανοησίες που λένε μοναχά οι εραστές  για να κλέψουν μια αγκαλιά από τα κορίτσια τους ανάμεσα σε εκείνα τα ατέλειωτα πήγαινε έλα…

Πόσος καιρός πάει από τότε που έφυγε για πάντα; Τη ρωτώ  με την βεβαιότητα ότι το βλέμμα της   απεικόνιζε μια  απώλεια.

– Πάνε  χρόνια   … έχασα το μέτρημα πια  … Πριν λίγη ώρα όμως ξανάρθε.. ήταν εδώ  .. τον ονειρεύτηκα δίπλα μου ..ζωντανό αλλά με κάπως σκουρόδερμο το πρόσωπο και κατάλευκα δόντια .. μου πετάει  αυθόρμητα . Ξεκαρφώθηκε με κοιτά κατάματα και μιλάει.. Ξεδιπλώνει εμπρός μου, κείνες τις σκέψεις που φυλάμε κλειδωμένες  σε κουτάκια  της ψυχής. Σαν να καιροφυλακτούσε στη γωνιά για να μου τα ξεκλειδώσει ! Η μορφή του έχει αρχίζει να ξεθωριάζει πια στη μνήμη μου.  Ξεχνώ…  δηλαδή προσπαθώ να μη με πονάει πια η απώλεια του. Αλήθεια σου λέω! Παρόλα αυτά κάνω πράγματα δικά του, ζεσταίνω τη μηχανή του αυτοκινήτου μου  πριν ξεκινήσω  -όπως έκανε κι εκείνος- κοιμάμαι πια μόνιμα στην αριστερή πλευρά  του κρεβατιού όπως συνήθιζε, και τώρα τελευταία άρχισα να ακούω και ρεμπέτικα να … μερακλώσω τις πληγές μου…! Ναι μη γελάς, ρεμπέτικα!  Αλλά μάλλον δεν βοηθάει.  Τότε αρχίζω και τον αφήνω πίσω … Τον ξεχνώ …  Και όταν ξεχνώ εγώ πονάω. Και όταν πονάω, φοβάμαι…

Με γύρισε πίσω η  … κυρία. Με γύρισε χρόνια πίσω. Ξαφνικά, χωρίς λογική, χωρίς καν να με ρωτήσει..!  Τι παραπονιέμαι… από μένα δεν το έμαθε το παιχνίδι του αιφνιδιασμού; Κοντεύουν πια δυο  ντουζίνες   χρόνια…  Σα να ‘ταν χθες που έφυγε. Θυμήθηκα όλα εκείνα τα φαρδουλά  πουλόβερ του, που αρνήθηκα να πετάξω, κείνα που φόρεσα  και τα άφηνα να γίνουν  ένα με το πετσί μου για να μη ξεχνώ! Τον αναπτήρα και τη ταμπακιέρα του που κουβαλούσα μόνιμα στο εσωτερικό τσεπάκι  της τσάντας μου  για να θυμάμαι  τον ήχο των δαχτύλων του!

Και κείνη την περίεργη  συνήθεια που με κάνει να θέλω να  γυρνώ στο σπίτι όταν αρχίζει να  πέφτει το σούρουπο κι εγώ είμαι ακόμα έξω. Με το άναμμα  της πρώτης λάμπας στους δρόμους!  Όταν ανάβουν οι  …. λάμπες, κείνοι που φοβάσαι θα σε κυνηγούν μου έλεγε… Και  εγώ φρόντιζα να επιστρέφω  πριν πέσουν τα μαύρα σκοτάδια  γύρω.

– Ισως αν  διάβαζε τι λέω  σήμερα, χαμογελούσε κάτω από το μουστάκι  που πάντα ήθελε να έχει αλλά το ξύριζε γιατί ήταν δίχρωμο!  Μην παραμυθιάζεσαι,   ο πόνος δεν περνά ακόμα κι αν δεν είναι νωπός, παραφυλάει. Έρχεται  κάποια στιγμή που δείχνει πως έχει  σβήσει  και  όμως  επανέρχεται με άλλη μορφή, της λέω. Μένει πάντα εκεί. Κρυμμένος σε λεπτομέρειες που άλλοι δεν προσέχουν. Μάθε να αντιμετωπίζεις τις λεπτομέρειες να μη τις αφήνεις να σε τσιγκλάνε … Αυτό είναι η αρχή.. Όλα τα άλλα θα ‘ρθουν μετά άλλα νωρίς άλλα  πολύ αργότερα …

– Μα τον ξεχνώ όσο περνούν τα χρόνια, μου λέει… Σχεδόν δεν τον θυμάμαι πια…  Τα μάτια του, το βλέμμα του, τις γυροβολιές του,  το γέλιο του, το θυμό του, τις αντιδράσεις του…. Σβήνει μέρα με τη μέρα. Παρόλα αυτά απόψε ήρθε σαν τότε με ένα μπουκέτο κόκκινα τριντάφυλλα   για μένα και μια σφιχτή αγκαλιά.

 

Όπως τότε .. . εκείνο το βράδυ παραμονές της γιορτής της μικρής κυρίας. Πρόωρο το δώρο του… ! Και δίπλα στα κυκλάμινα στα τρινταφυλλα  το πεφταστέρι στ’  αλυσιδάκι  κι ένα ασορτί ρολόι. Το πρώτο του «μεγάλο δώρο» Ένιωσα σαν να μου χάρισε τον ουρανό με τα άστρα, τότε!

– Δεν ξεχνάς! Αμύνεσαι της λέω… Το μυαλό σου αρνείται να δεχτεί  και η μνήμη μπορεί να σε ξεγελά αλλά τούτο που έχεις μέσα σου είναι πολύ δυνατό για να σε αφήσει να ξεχάσεις… Είναι αγάπη ανάμικτη με νόστο..  Δεν ξεχνάς, γελιέσαι. Ίσα – ίσα προχωράς αργά – αργά, ένα βήμα τη φορά.

.

.

Έτσι φτάσαμε στο  σούρουπο … Με πολλές σιωπές, συχνές παύσεις  και λιγότερες κουβέντες… Λίγο η γνώση του πόνου που βγάλαμε  σε κοινή μας θέα, λίγο  που δεν φοβήθηκε να συλλαβίσει εκείνα που την τρομάζουν…Αποκάναμε  και οι δυο. Και αφού «γδάραμε»  το μέσα μας και το φέραμε στο ύψος των ματιών μας, αυτή έβγαλε το αλυσιδάκι που φόραγε στο λαιμό,  άγγιξε με τα ακροδάχτυλα  το πεφταστέρι της, χαμογέλασε, με καληνύχτησε ,  πλάγιασε ήσυχη  και αποκοιμήθηκε έτσι!

Εγώ έμεινα πίσω να χαζεύω τη βροχή από τα πεφταστέρια που άφηναν τα αποτυπώματά τους στον χτεσινό έναστρο ουρανό. Ήθελα να μείνω κι άλλο.

Η θύμηση του με γαλήνευε. Προσπάθησα να μείνω εδώ. Αλλά και πάλι όχι.  Τι νόημα θα είχε;;; Ένας νόστος ήταν! Ποιός ξέρει πότε και  αν ποτέ στη ζωή μου  ξανά θα τονε δω … ! ¨Ετσι γίνεται πάντα Θεε μου με τις aγαπες που πεθαίνουνε νωρίς;;;

Θαρρώ πως έξω άρχισε να φωτίζει για τα καλά. Μετά δεν ήθελα να την αφήσω μόνη την κυρία .Έτσι  κλείνω από δω.-

.

.

 

Καλημέεεερα !  Σήμερα είναι μια καινούρια μέρα.  Έχει λιακάδα έξω!  Χαμογελώ αισιόδοξα!