Αρχική » ΘΕΩΡΙΕΣ ΖΩΗΣ » Η νύχτα έρχεται πάντα σιωπηλή για όλους όσο κι αν λάμπει ο ήλιος το καταμεσήμερο.

Η νύχτα έρχεται πάντα σιωπηλή για όλους όσο κι αν λάμπει ο ήλιος το καταμεσήμερο.

Ο παππούς μου, είναι ο άνθρωπος που μου δώρισε το όνομά μου να το ταλαιπωρώ σ’ όλη μου τη ζωή. ‘Ενα όνομα που αντικατοπτρίζει τη δύναμη αλλά και τις  αδυναμίες του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς μου.

Εκείνος από την πλευρά του, κάθε φορά που έφευγε κανένας γνωστός του για τα  «πράσινα χωράφια»   έλεγε: «Τον έστειλα κι αυτόν…». Μια φράση που ακουγόταν μέσα στο σπίτι συχνά όσο ζούσαμε μαζί και παρ’ όλη την άγνοιά μας για το τι ακριβώς εννοούσε, δεν την ξέχασα ποτέ.

Μέχρι που μια μέρα ο παππούς νικημένος από την παλιοαρρώστια που τον έριξε κάτω δυο μέτρα άντρα ( κυριολεκτικά μιλώ) έβαλε τα καλά του, χτενίστηκε, επέτρεψε στον κόρακα που τόσο αντιπαθούσε στη ζωή του )να του φορέσει μακιγιάζ , ξάπλωσε με σταυρωμένα τα χέρια και κάποιος άλλος πλήρωσε το εισιτήριο και τον έστειλε κι εκείνον στα  ….»πράσινα χωράφια».

Θυμάμαι αν είχα ρίξει τότε το κλάμα της ζωής μου αν κι  είχε φτάσει τα 95 και τι να περιμέναμε στο κάτω–κάτω, σκεφτόμουν. Άλλωστε μέχρι το τέλος αυτός ο παπους μου ( ο γίγαντας όπως τον έλεγα σαν ήμουν μικρή και με έπερνε παντου κουβαλώντας με στους ώμους του – εκει στα ψηλά-) ήταν ακμαίος, στιβαρός και πάνω απ’ όλα δημιουργικός. Εμένα, που μ’ αγαπούσε ιδιαίτερα, μου έφτιαχνε κατρακύλια, μου έδινε χρήματα σε χρόνια που δεν μπορούσαμε ούτε με δανεικά να πληρώσουμε στο παντοπώλη, και με γλυκαινε  με  σοκολάτες Δεν θα επεκταθώ λεπτομερώς στις συζητήσεις μας αργότερα εκει στην αρχή της εφηβείας μου.Ένα πράγμα όμως  που έκανε για μένα τη ζωή μου ανάλαφρη σαν παιδί, ήταν γενικά  οι ιστορίες ζωής  που μου έλεγε.

Καθόμουν με τις ώρες και άκουγα για πως μεγάλωσε πεντάρφανος και πως αργότερα αγάπησε και παντρεύτηκε τη μπάμπω μου -δέκα χρόνια μικρότερη του και 50 πόντους κοντύτερη του..(Τον τρέλλαναν μου είχε ομολογήσει σε μια κρίση αποκαλύψεων- τα σμαραγδια της μάτια το άσπρο δέρμα , τα ροδαλά  της μάγουλα και η υπομονή της)

Ακουγα αυτά που πέρασε στη Μικρά Ασία. Πώς πιάστηκε αιχμάλωτος από τον  Τουρκικό στρατό ,πώς δραπέτευσε και πώς έφτασε και πάλι πίσω στο σπίτι του, πωςστη διαδρομη δεν παραδόθηκε στις κακουχίες  και πως επέζησε..

Μόνο ελάχιστες απ’ αυτές τις ιστορίες μένουν στο μυαλό μου σήμερα, αλλά είμαι σίγουρη πως ήταν αυτές που έπλασαν το χαρακτήρα μου.

Μέσα απ’ αυτές τις ιστορίες έμαθα τόσα πολλά πράγματα: Έμαθα πιο πολύ να δίνω παρά να θέλω να παίρνω, έμαθα ν’ αξιολογώ τον άνθρωπο γι’ αυτό που μπορεί μόνος του να διαλέγει και να φέρνει σε πέρας με επιτυχία, παρά αυτό που θα ήθελε αυτός  να κάνει, έμαθα να μην ξεχνώ τους φίλους την ώρα της ανάγκης τους, έμαθα ν’ ακούω τους γέροντες υπομονετικά κι ας κάνω του κεφαλιού μου αργότερα.

Κι όταν έφυγε, όπως τον θυμάμαι, για μένα έφυγε σαν «άνθρωπος όρθιος »  κι όχι σκυφτός παρ όλο που τον νίκησε τελικά η αρρώστια  που του έστειλε η μοίρα να παλέψει. Εφυγε έχοντας την εκτίμηση εχθρών και φίλων . Εμείς τον είχαμε στο σπίτι μας για πολλά χρόνια, χρόνια που για μένα δεν φάνηκαν ποτέ αρκετά!Κάθε τόσο, έπαιρνα το  λεωφορείο και πήγαινα να τον βρω. Πήγαινα να δω τα χέρια του να τρέμουν και τα μάτια του να με γνωρίζουν όλο και πιο λίγο. Μα οι ιστορίες του ήταν για μένα ανεπανάληπτες. Οι στιγμές μαζί του ήταν για μένα δώρα του ουρανού που έμεναν ανεξίτηλα για μια ολόκληρη ζωή.

Ο άνθρωπος αυτός, εκτός από το όνομα, μου έκανε ένα άλλο σημαντικό δώρο: την  επιμονή, τη θέληση και ακεραιότητα .. Έπιανα τον εαυτό μου πολλές φορές να τον κοροϊδεύουν οι ψεύτες σαν να ήταν παιδί και να τον χλευάζουν οι “φίλοι” που ποτέ δεν παρέδωσε τα όπλα και δεν έκμεταλεύτηκε καταστάσεις. Κάτι απρόσμενο για την ηλικία και εμπειρία μου.  Ως τα τελευταία του χρόνια επέμενε να μάθει να γραφει! ΚΑλλιο να με κοροιδευουν οπου με διδάσκει η εγγόνα μου γραφή κι αναάγνωση έλεγε παρά να υπογράφω με το σημάδι του σταυρού.Θυμαάμαι  «κάποτε οι άνθρωποι μελετούσαν για να βελτιώσουν τον εαυτό τους, σήμερα για να εντυπωσιάσουν τους άλλους. Μην κάνεις ποτέ αυτό το λάθος μικρή μου.Οτι κάνεις το κάνεις για σένα μόνο».

Κι όταν έφυγε, έφυγε εκείνος που δίπλα του συνεχώς μάθαινα. Ο άνθρωπος που αποτελούσε το γενναίο προγονικό παρελθόν μου, αυτό που γνώρισα μέσα από τις σκέψεις και τη ζωή του, αυτό που έχασα όταν ορφάνεψα από την παρουσία του. Πήρε καιρό να καταλάβω πως όσες φορές κι αν ξανα-έμπαινα στο δωμάτιό του δεν θα τον έβρισκα εκεί. Το δωμάτιό του τελικά έγινε και το στέκι των πιο βαθιών μου αναπολήσεων. Εκεί ήταν πλέον η ηρεμία ενώ τα χνώτα και οι λέξεις του ακόμα αντηχούσαν από τους τοίχους σαν να έβγαιναν από το μπαστούνι του που έμεινε κρεμασμένο στον τοίχο δίπλα από τη μαυρό-ασπρη φωτογραφία του.

Γι’ αυτό λέω , πως εκείνοι που επιθυμούν να μετρήσει το πέρασμά τους πρέπει να μείνουν δραστήριοι κι ανικανοποίητοι μέχρι το τέλος της παρουσίας τους στη γη. Πρέπει να τιμήσουν την αξία του λόγου τους, πρέπει να τιμήσουν την αξία της οικογένειας και πατρίδας που φέρουν μέσα τους, την αξία της δημιουργίας και της μετάδοσής της σκέψης τους.

Ετσι  όταν προσεγγίζουν το τέλος της ζωής τους, ας φροντίσουμε εμείς οι νεότεροι  να βρίσκονται κοντά στα εγγόνια για τις ιστορίες κι εμπειρίες τους  . Να τους δώσουμε την ευκαιρία να γευθούν την αγάπη των ‘δυο φορές παιδιών τους’  αλλά και να μεταδώσουν γνώση και εμπειρίες. Ακόμη, πρέπει να   τους δείξουμε οτι είμαστε  χαρούμενοι που γέρασαν, κοντά μας γιατί τώρα ξέρουν γιατί γίνεται το κάθετί σ’ αυτό τον κόσμο, κι έτσι απλά μπορούν να το μεταβιβάσουν στις επόμενες γενεές. Έτσι η σκέψη τους θα συνεχίζει να επιδρά σ’ αυτό τον κόσμο για πάντα έστω κι αν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.

Σήμερα στην κοινωνία αυτή τα γηρατειά είναι απίστευτα ανεπιθύμητο. Ο ηλικιωμένος καταλήγει  συνήθως  σ’ ένα γηροκομείο και ξεχνιέται εκεί. Στερείται εκείνος τη χαρά των παιδιών του, των εγγονών του κι εκείνα στερούνται τη χαρά του παππού ή της γιαγιάς. Στερούνται τα παιδιά τις ιστορίες που τα πλάθουν σε χαρακτήρες χρήσιμους για την ανθρωπότητα. Ο παππούς και η γιαγιά έχουν αντικατσταθεί από την τηλεόραση, τον υπολογιστή, το playstation. Και πλάθουν σήμερα τα παιδιά καθισμένα μπρος στις ηλεκτρονικές οθόνες χαρακτήρες ατίθασους, γεμάτους αγριότητα, δίψα για θάνατο και καταστροφή. Κι όταν ενηλικιωθούν δεν φτάνουν όλοι οι αστυνομικοί της χώρας να τους σταματήσουν. Δεν φτάνουν τα δρακόντια μέτρα ασφάλειας ούτε τα συρματοπλέγματα. Δεν φτάνουν οι μαντρότοιχοι στα σπίτια και τα λυκόσκυλα. Δεν φτάνουν ούτε όλα τα όπλα που κατασκεύασε με τόση απροσεξία ο άνθρωπος για ν’ αφανίσει το είδος του.

Όλα αυτά γιατί η θεαματική αυτή εξέλιξη γύρω στερεί από τα παιδιά μας  τη χαρά της σχέσης ενός παππού ή μιας γιαγιάς με το εγγονάκι τους. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα στις οικογενειακές σχέσεις από το να αφαιρούν τη δίψα, κι ανυπέρβλητη ανάγκη ανταλλαγής αληθινής αγάπης μεταξύ της δύσης και της ανατολής της ζωής του ανθρώπου.

Η νύχτα έρχεται πάντα σιωπηλή για όλους όσο κι αν λάμπει ο ήλιος το καταμεσήμερο.

Advertisements

One thought on “Η νύχτα έρχεται πάντα σιωπηλή για όλους όσο κι αν λάμπει ο ήλιος το καταμεσήμερο.

  1. Πολύ συγκινητικό… Τυχεροί οι όσου γνώρισαν τους παππούδες τους, έπαιξαν μαζί τους, άκουσαν τις ιστορίες που είχαν να τους πουν πλάι στο τζάκι, τους φώναζαν οι γιαγιάδες να φάνε από το αγαπημένο τους γλυκό και να έρθουν γρήγορα στο τραπέζι, να τους ράβουν τα κουμπιά και να τους δίνουν τα πιο γλυκά φιλιά μεστά από αγάπη, στοργή και περηφάνεια!

Δακτυλικά αποτυπώματα...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s