Αρχική » ΙΣΤΟΡΙΑ » Αλέκος Παναγούλης. Ο επαναστάτης με αιτία.Πρωτομαγιά σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό…»ατύχημα»

Αλέκος Παναγούλης. Ο επαναστάτης με αιτία.Πρωτομαγιά σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό…»ατύχημα»

PANAGOULIS

Ο Αλέκος Παναγούλης. Ο επαναστάτης με αιτία.  Ο νέος που δεν γέρασε ποτέ. Ο ποιητής των φυλακών.

«Χτηνώδικες ορμές της βίας
Χτισμένες με ατσάλι και φωτιά
Χωμάτινες ιδέες τυραννίας
Χωμένες σε απάνθρωπα μυαλά
Ψεύτικες φωνές φριχτές
Ψηλότερες μορφές της αδικίας
Ψυχές θολές γεννήματα ανομίας
Ψοφίμια άθαφτα του χτες
»
(Χούντας Ορισμός)
Περίεργη που είναι η ζωή καμιά φορά! Τόσα χρόνια ποτέ δεν κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο της Οριάνα Φαλάτσι «Ένας άντρας, μια ιστορία», που αναφέρεται στον Αλέκο Παναγούλη. Πρόσφατα  έπεσε στα χέρια μου, μεταφρασμένο στα γερμανικά. Το βιβλίο κλείνει περιγράφοντας την κηδεία του: «Nicht mehr Herde war sie, an jenem Tag, sondern ein Riesenkrake, der würgte und brüllte zi, zi,zi! Alekos lebt, lebt, lebt! Darum also lächeltest du so geheimnisvoll, jetzt, als du in die Grube gesenkt wurdest, wo der Hohepriester mit Gold und Ketten, mit Saphiren, Smaragden und Rubinen geschmückt, Symbol aller gegenwärtigen, vergangenen und künftigen Macht, lächerlich hineinstürzte und den Kristallsarg zerbrach, die Marmorstatue mit Füßen trat, und glaubte, daß nur das als Rest zurückgeblieben sei von einem Traum, von einem Mann». Ζήτησα και με μετέφρσασν στο περίπου: Ο κόσμος δεν ήταν πια ένα κοπάδι, αλλά ένα τεράστιο χταπόδι, που φώναζε «Ο Αλέκος ζει, ζει, ζει!». Εσύ θα γελούσες κρυφά, μέσα από τον τάφο, βλέποντας τον αρχιερέα στολισμένο με ρουμπίνια, διαμάντια και χρυσό, σύμβολα τωρινής, παρελθοντικής και μελλοντικής δύναμης, να πέφτει με γελοίο τρόπο, να σπάει το κρυστάλλινο φέρετρο, να κλοτσάει με τα πόδια το μαρμάρινο άγαλμα, και να πιστεύει, ότι αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που έχει απομείνει από ένα όνειρο, από έναν άνθρωπο…

Ο Αλέκος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στη Γλυφάδα. Ο πατέρας του, Β. Παναγούλης,  ήταν αξιωματικός ξηράς του ελληνικού στρατού,  από τη Δίβρη Ηλείας, και η μητέρα του, Αθηνά Κακαβούλη, από το Σύβρο της Λευκάδας, όπου ο Παναγούλης πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων, λόγω της γερμανικής κατοχής. Ο ένας του αδερφός, Γεώργιος, αποτέλεσε θύμα της χούντας των συνταγματαρχών, και ο άλλος, Ευστάθιος, ασχολήθηκε μετέπειτα με τα κοινά στην Ελλάδα. Ο Αλέκος σπούδασε    Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και  ασχολήθηκε από νωρίς με την πολιτική ( εντάχθηκε στην Ένωση Κέντρου του Γ.  Παπανδρέου και συγκεκριμένα στη νεολαία του κόμματος).

Όταν ο Παπαδόπουλος και τα άλλα …»παιδιά»  καταλύουν την κλυδωνιζόμενη τότε Δημοκρατία και εγκαθιδρύουν την διδακτορία, ξεκινούν οι δημοκρατικοί αγώνες του Αλέκου. Λιποτακτεί από τον στρατό και φεύγει στην Κύπρο, όπου ιδρύει την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Εκει  έρχεται σε επαφή με πολιτικούς   και ζητάει  την αρωγή τους για την επαναφορά της νομιμότητας στην Ελλάδα. Επιστρέφει στην Ελλάδα και οργανώνει την δολοφονία του Παπαδόπουλου στη Βάρκιζα, στις 13 Αυγούστου 1968. Η απόπειρα δεν πετυχαίνει και ο Παναγούλης συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.

»  Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα χυμένο στο πάτωμα για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί.
Μα τί να γράψω;
Την διεύθυνση μου μονάχα ίσως προφτάσω.
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μες από την φυλακή
σας γράφω στην Ελλάδα..»

 

Μετά την απελευθέρωσή του, στη συνέντευξη που έδωσε στην Οριάνα Φαλάτσι, δηλώνει: «Η πράξη μου ήταν μια πολιτική πράξη ενάντια στη δικτατορία. Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».

Στη φυλακή αρχίζουν τα ανελέητα βασανιστήρια. Ένα σκαλοπάτι πριν τον θάνατο, εισάγεται στο νοσοκομείο και στη συνέχεια δικάζεται από το Στρατοδικείο, στις 3 Νοεμβρίου 1968. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι για τον Παναγούλη και για άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης δις εις θάνατον. Μεταφέρεται στην Αίγινα προκειμένου να εκτελεστεί η ποινή του, η οποία τελικά ματαιώνεται λόγω της διεθνούς κατακραυγής. Οι δικτάτορες προσπαθούν να πείσουν ότι είναι άνθρωποι, και ο Παναγούλης μεταφέρεται στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου, όπου σύμφωνα με τον ίδιο του επιβάλλεται η ποινή του εντοιχισμού. Δραπετεύει, συλλαμβάνεται και πάλι, και από το Γουδί μεταφέρεται και πάλι στις Φυλακές Μπογιατίου, όπου οι βασανιστές του δείχνουν πόσο άνθρωποι είναι στην πραγματικότητα. Μπαίνει στην απομόνωση, σε κελί ειδικά διαμορφωμένο για τον ίδιο, πιστό αντίγραφο τάφου. Κάνει αποτυχημένες απόπειρες για να δραπετεύσει και βασανίζεται για μερόνυχτα ολόκληρα, με τρόπους που δεν περιγράφονται εύκολα. Τα βασανιστήρια που υπομένει είναι απάνθρωπα και εξευτελιστικά, μα εκείνος αντέχει, με την πίστη, τη δύναμη, το θάρρος αλλά και το χιούμορ που τον χαρακτηρίζει.

Η ποίηση αποτελεί τη μοναδική του διέξοδο. Γράφει ακόμα και όταν δεν του προμηθεύουν πια χαρτί και μελάνι. Χρησιμοποιεί το ίδιο του το αίμα και τους τοίχους του κελιού του για να γράψει, να ουρλιάξει και να συνεχίσει να νιώθει ζωντανός. Κατά πολλούς, γράφει τα καλύτερά του ποιήματα στις φυλακές Μπογιατίου. Πολλά από αυτά δεν διασώθηκαν, ενώ άλλα κατάφερε να τα στείλει στην Ιταλία ενώ ο ίδιος βρισκόταν μέσα στη φυλακή, και άλλα τα ανακάλεσε στη μνήμη του όταν αποφυλακίστηκε.

Τον Αύγουστο του 1973, ο Παπαδόπουλος κάνει άλλη μια προσπάθεια να πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι το καθεστώς του είναι σχεδόν δημοκρατικό. Απονέμει γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους- ανάμεσά τους και ο Παναγούλης.

Μετά από πέντε περίπου χρόνια φυλάκισης, αυτοεξορίζεται στη Φλωρεντία, από όπου και συνεχίζει τον αντικαθεστωτικό του αγώνα. Ταξιδεύει πολύ συχνά κρυφά στην Ελλάδα και οργανώνει μυστικές ομάδες αντίστασης.

Όταν- θεού και αμερικάνων επιτρεπόντων- το 1974 η στρατιωτική δικτατορία καταλύεται και η δημοκρατία, τουλάχιστον τύποις, επιστρέφει στην Ελλάδα, ο Αλέκος Παναγούλης συνεχίζει να ασχολείται με τα κοινά. Εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών με την Ένωση Κέντρου στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974.

Τα φαντάσματα όμως τον καταδιώκουν ακόμα, και δεν αντέχει να βλέπει τους ανθρώπους εκείνους που συνεργάστηκαν με τους δικτάτορες να πολιτεύονται άνευ ερινυών. Συλλέγει πληροφορίες εναντίον τους, έρχεται σε ρήξη με τον Δ Τσάτσο και τον Ευάγγελο Αβέρωφ, παραιτείται από το κόμμα και παραμένει στο κοινοβούλιο ως ανεξάρτητος βουλευτής. Σε όλο αυτό το διάστημα δέχεται, όπως είναι φυσικό, πιέσεις και απειλές για να αποσύρει τις καταγγελίες, πράγμα που, όπως είναι φυσικό για τον Παναγούλη, δεν πράττει.

Στα 38 του χρόνια, την 1η Μαΐου του 1976, σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό…»ατύχημα»  στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, λίγες μόλις μέρες πριν την αποκάλυψη των στοιχείων που είχε συλλέξει σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (φάκελος Ε.Σ.Α.), αποκάλυψη η οποία τελικώς δεν λαμβάνει χώρα ποτέ. Κανένα όμως σοβαρό στοιχείο που να υποστηρίζει τις εικασίες αυτές δεν έχει μέχρι σήμερα ανακύψει.

https://www.youtube.com/watch?v=SbnLSFncChA#t=57

Είναι πολλοί αυτοί που  υποστηρίζουν ότι ο θάνατός του «στήθηκε», προκειμένου να μην αποκαλυφθούν τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Τυχαίο;

Advertisements

Δακτυλικά αποτυπώματα...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s