Αρχική » ΔΙΑΦΟΡΑ » Τα μαύρα γυαλιά

Τα μαύρα γυαλιά

μαυρα γυαλια

 

Ο καιρός υπόσχονταν βροχή, αδιαφορώντας για τις προθέσεις του ήλιου που έσκαγε μύτη κατά διαστήματα. Ήμουν στην παραλία πρωί-πρωί. Ερημιά, θάλασσα μπλε, άδειες ξαπλώστρες στη σειρά. Ένα ταβερνάκι σκαρφαλωμένο στα βράχια. Λίγο πιο κει ο τρελός της περιοχής. Αξιοσέβαστο πρόσωπο, χρήσιμη η παρουσία του… Για ν΄ αναμετράμε το μπόι, του δικού μας πνεύματός. Να περνιόμαστε ιδιοφυΐες! Όλα γύρω μου έμοιαζαν με αφίσα του ΕΟΤ και με μιας βούτηξα στη θάλασσα.

Κολύμπαγα, κολύμπαγα μηχανικά. Το μυαλό ένα ατέλειωτο μπππιιιιιπππππ. Ένα σωρό σκέψεις επιθετικές. Και ‘γω τις έδιωχνα άτσαλα όπως οι παλιοί κρεοπώλες τις μύγες με το μυγοσκοτώνι… Τι λέξη! Τι κυριολεξία! «Μυγοσκοτώνι».

Μα εκείνες ξαναγύριζαν λες με μεγαλύτερη μανία. Γύρω μου η φύση ένα τεράστιο δώρο κι όμως το μυαλό δεν γαλήνευε. Βγήκα, έστρωσα πετσέτα, κάθισα. Όλα μηχανικά. Και κάπου εκεί… Σε κείνο ακριβώς το σημείο… Ένας περίεργος ήχος… Χτύπος ρυθμικός πάνω σε χαλίκι. Σήκωσα το κεφάλι. Μα τι κάνει αυτός; Ένα μπαστούνι πέρα δώθε πάνω στις πέτρες. Είναι τυφλός; Και πώς έφτασε ως εδώ; Μήπως δεν είναι; Έσκυψα το κεφάλι. Άφησα μόνο το ένα μάτι ανοιχτό. Κατασκόπευα. Μέχρι που βεβαιώθηκα ότι ήταν τυφλός και ξανασήκωσα το κεφάλι. Μετά το ξαναχαμήλωσα αμήχανη για την αδιακρισία μου. Μα πώς θα κολυμπήσει μόνος του; Ανασηκώθηκα. Κοίταξα γύρω σαν τηλεσκόπιο. Μήπως μένει σε κείνη την παράγκα; Φόρεσα γυαλιά για ξεψάρωμα, χαμήλωσα και το καπέλο στα μάτια. Τι γελοία που ήμουν; Σαν «μυστικός» της ελληνικής Αστυνομίας. Έκανα «κρα» από μακριά. Μελετούσα πια την κάθε του κίνηση. Έφτασε σε μια βάρκα αταξίδευτη πάνω στην άμμο. Μέσα σ΄ αυτήν άφησε το μπαστούνι του. Μετά με οδηγό το σκοινί της βάρκας έφτασε μέχρι τη θάλασσα. Βούτηξε. Και κολύμπαγε και κολύμπαγε και βούταγε το κεφάλι βαθιά στο νερό και ξεφύσαγε σα φάλαινα και άπλωνε τα χέρια… Μα τι όμορφα που κολυμπούσε! Τι κέφι το έκανε! Πόσο τιμούσε τις αισθήσεις!

Και μετά από ούτε ξέρω πόση ώρα βγήκε ακριβώς στο σημείο που είχε μπει. Και ξανάπιασε το σκοινί και έφτασε στη βάρκα και πήρε το μπαστούνι και χάθηκε. Όπως ακριβώς αθόρυβα είχε εμφανιστεί. Ένιωσα περίεργα… πώς να το πω; Ένιωσα ντροπή για την αμαρτία μου. Τη μεγαλύτερη που μπορεί να υποπέσει ο άνθρωπος. Το δεδομένο! Σαν ανυποψίαστη άφησα το κακό να με σεργιανάει και αναμετριόμουνα, σκιαμαχούσα με όσους έτσι κι αλλιώς δε λογάριαζα. Γύρω μου η φύση ένα τεράστιο δώρο. Και ‘γω την κοίταζα αλλά δεν την έβλεπα. Κοίταζα από μνήμης! Ναι, αυτό είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα. Να ζεις, να αισθάνεσαι, να κοιτάς από μνήμης… Όχι την εικόνα αυτή καθεαυτή αλλά μια κάποια καταγεγραμμένη από το παρελθόν μνήμη εικόνας. Να ακυρώνεις τη στιγμή, το τώρα σου. Η θάλασσα είναι μπλε. Άκου η θάλασσα είναι μπλε! Πόσες αποχρώσεις ξεκάνεις με ένα «μπλε»; Βούτηξα ξανά στη θάλασσα… Όλα πια ήταν αλλιώς… Ένα σωρό ήχοι, ένα σωρό φωτοσκιάσεις, χρώματα. Άλλο τοπίο. Από την καρδιά ξεπήδησαν τα ωραία, γέμισε ο τόπος «αγαπώ».

Εκείνο το πρωί στην παραλία, χάρη στον άνθρωπο με το μπαστούνι, έκανα ένα τσεκ απ στις αισθήσεις μου. Έπρεπε να το είχα κάνει από καιρό αλλά όλο το αμελούσα…

Advertisements

2 thoughts on “Τα μαύρα γυαλιά

  1. Ειλικρινά με αφόπλισε το κείμενο… Πόσες διαβαθμίσεις του μπλέ περνούν από μπροστά μας χωρίς να δώσουμε σημασία γιατί είναι δεδομένο ότι τις βλέπουμε… Πόσο πιο τυφλοί είμαστε έτσι από τον πραγματικά τυφλό…

Δακτυλικά αποτυπώματα...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s