Αρχική » ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ » Συνωστισμό το λες εσυ αυτό κυρά μου;; Εγώ το λέω Χαλασμό !

Συνωστισμό το λες εσυ αυτό κυρά μου;; Εγώ το λέω Χαλασμό !

“Η Σμύρνη πήρε φωτιά, καίγεται… Εκεί, κορούλα μου, ήταν τα πλοία, τα γαλλικά και τα εγγλέζικα και πήγαινε ο κόσμος μπας και σωθεί. Και τους κόβανε τα χέρια και… πέφτανε στη θάλασσα οι κοπέλες και τα παλικάρια”.

..Διαβάζοντας  το προς στιγμή  νόμιζα πως άκουγα τη γιαγιά  μου την Αρτεμούλα , όταν, μικρό παιδί εγώ τότε,  την έβαζα να μου πει την ιστορία της ζωής της.

Η Μαρία- Αρτεμησία από τη Σμύρνη βρέθηκε στα μικράτα της   ( τριω χρονώ ήταν δεν ήταν) μόνη και αποκομένη απο γονείς και αδέρφια. Το πλοίο την «ξεβρασε» στο λιμάνι του Πειραιά  μαζί  με καμμια τριακοσσαριά άλλους που είχαν καταφέρει και είχαν στιβαχτεί στα σωθηκά του. Τα μόνα υπάρχοντα που έφερνε μαζί της  η Αρτεμούλα με το σγουρό ξανθό μαλλί και τα τρομαγμένα  καταγάλανα μάτια  ήταν ένας  χρυσός  βαφτιστικός σταυρός κρεμασμένος στο λαιμό της ( με χαραγμένα επάνω τα δυο της ονόματα και την ημερομηνία γέννησης)  καθως και λιγοστές  μνήμες   απο  εάν μεγάλο ΄λόφωτο σπίτι με μανταρινόκηπο και νεραντζιές  στην εσωτερική αυλή όπου έπαιζε  μόνη της τα πρωινά και  με τα τρια μεγαλύτερα αδέρφια της τα μεσημέρια σαν γύριζαν από το σχολέιο.

Στο λιμάνι του Πειραιά τη λυπήθηκε ο Κορυζής και την περιμάζεψε στο  σπίτι του σαν ψυχοπαίδι.Οταν αργότερα ο Κορυζής ο ίδιος αυτοκτόνησε η μικρη Αρτεμούλα βρέθηκε παρακόρη  στου παπου του Γιωργάκη μέχρι που στα δεκαοχτώ της την πάντρεψαν τη φτωχούλα με τον μπαρμπα Αντώνη που ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος  της και του «πέθαιναν » οι γυναίκες΄.

Μαζί του νοικοκυρεύτηκε και  έκανε μια όμορφη οικογένεια. Τέσσερις κόρες κι ένα  γιο μονάκριβο. Ο κυρ Αντωνης τη λάτρευε  αλλά η Αρτεμούλα  δεν ήταν λίγες οι φορές που πεταγόταν στον ύπνο της βλέποντας εφιάλτες. Σε κάθε ευκαιρία μιλούσε και σε μένα και στα άλλα της εγγόνια για τη «σφαγή » όπως την έλεγε σαν βούρκωνε κι αρχιζε να διηγείτε πως έζωσαν το σπίτι τους οι φλόγες , πως η μάνα της  μάζεψε τα παιδια γύρω της , πως ο πατέρας  ζαλώθηκε ένα μπόγο ότι μπόρεσαν  να πάρουν μαζί τους .

Το βλέμμα της αγρίευε και η φωνή της τσάκιζε  στη θύμιση του Τσέτη που τους κυνήγησε από κάποιο σημείο της διαδρομ’ης και πέρα .. η μνήμη θόλωνε σαν έφτανε εκεί που ο πατέρας την έδωσε σε δυο χέρια απλωμένα μέσα από μια βάρκα και  μετά από αυτό τίποτε  άλλο γιατί η γυναίκα που την είχε ήδη πάρει στην αγκαλιά  της, γύρισε κι έκρυψε το τρομαγμένο προσωπάκι της μικρής στον κόρφο της. Ακουγε σαν σε ηχώ τη μάνα της να φωνάζει : θεέ μου βόηθα!! Αρτεμούλα , σ αγαπώ …

Θυμόταν έντονα πως  δεν μπορούσε να αναπνεύσει με ευχέρεια , οτι τα μάτια της έτσουζαν από κάπνα και στα αυτιά της έφταναν  παρακάλια  και κραυγές απόγνωσης . Η πόλη πίσω καιγόταν. Παντού φλόγες .. καπνιά, μυρρωδια από αίματα κι από τσουρουφλισμένη σάρκα .. κραυγές απόγνωσης .Γύρω γινόταν  » χαλασμός » και ταραχή  μεγάλη, συνήθιζε να λέει .

 

Μετά την απομάκρυνση τους απο το λιμάνι  ταξίδευαν μέρες  στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς νερό και χωρίς φαί.

– » Τρομάζεις τα παιδιά , γυναίκα, τη μάλλωνε ο παπούς»

– Ησύχασε Αντώνη μου, δεν τους λέω ψέματα. Μπορεί να σκιάζονται έτσι που τα ακούνε όμως αυτή είναι η ιστορία μου και θέλω να τη μάθουν από μένα.

Τα χρόνια πέρασαν, η Αρτεμούλα γέρασε , αλλά ποτέ δεν έπαψε να ψάχνει για τους δικούς της και να βουρκώνει  κάθε φορά που έφτιαχνε γλυκό νεραντζάκι για να μας γλυκάνει.

– Να μάθω ότι γλύτωσαν  από του Τσέτη τη μάχαιρα  , μουρμούριζε  και μια σκιά έσκιαζε σαν αστραπή το βλέμμα της.

Πέθανε με αυτό τον καημό.

 

Αυτή είναι  περιληπτικά η ιστορία της μικρής Μαρίας_Αρτεμησίας προσφυγοπούλας από τη σφαγή της Σμύρνης όπως μου την έχει πολλάκις αυτοπροσώπως   διηγηθεί και ευθαρσώς την καταθέτω .

 

 

Συνωστισμό το λες εσυ αυτό κυρά μου;;  Εγώ το λέω Χαλασμό, μαρία ρεπούση !

—————————————-

Και αυτές εδώ είναι οι μνήμες της Ελευθερίας Ψαλτήρα  

Πανω από 90 χρόνια έχουν περάσει από τον “μαύρο” Σεπτέμβρη του ’22 που η Σμύρνη παραδινόταν στις φλόγες και μαζί της η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που έπρεπε να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Κι, όμως, η εικόνα της καιόμενης πόλης δεν “ξεθώριασε” ποτέ στη μνήμη της 96χρονης, σήμερα, Ελευθερίας Ψαλτήρα.

Μικρό παιδί, στην αγκαλιά της μητέρα της τότε, θυμάται σαν χθες τις τελευταίες ώρες που έζησε η οικογένειά της στην “πόλη του πόνου” και το μακρύ ταξίδι, με βάρκες, μέχρι την Ελλάδα και αφηγείται την προσωπική της “οδύσσεια” στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από το διαμέρισμά της στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, δηλώνοντας “μικρασιάτισσα στην καρδιά και το μυαλό”.

Ο παππούς και ο πατέρας της 96χρονης, βλέποντας τις σκηνές φρίκης που εκτυλίσσονταν μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατιωτικού μετώπου, λόγω της αντεπίθεσης των Τούρκων ανταρτών με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, αποφάσισαν να πάρουν την οικογένεια και μαζί με τα όποια χρήματα είχαν και κάποια απαραίτητα είδη, όπως παπλώματα, να μπουν στα καΐκια και να ξεκινήσουν για τη Θεσσαλονίκη.

“Τα πράγματα είχαν αγριέψει. Τα τρένα κουβαλούσαν πτώματα. Ο πατέρας μου σκέφτηκε να πάρει την οικογένεια του και να φύγουμε μακριά από τη Σμύρνη. Κρύψανε τα λεφτά τους, πήραν συγγενείς και κουμπάρους και σηκώθηκαν νύχτα και φύγανε. Εγώ ήμουν σχεδόν μωρό. Αρμενίζαμε μέρες με τα κουπιά- τότε δεν υπήρχαν μηχανές, μόνο πανιά” μας λέει η 96χρονη..

“Ο μπαμπάς μου, πριν εγκαταλείψουμε το σπίτι μας στη Σμύρνη, είχε πάρει ένα τσουβάλι λίρες, αλλά ήταν χάρτινες, μεγάλες. Τα λεφτά τους τα πήραν και οι υπόλοιποι συγγενείς. Για να ζήσουμε μέσα στα καΐκια καίγανε τις λίρες για να τηγανίσουνε αυγά να φάμε. Από τα συνολικά πέντε τσουβάλια έμεινε μόνο το ένα, όταν φτάσαμε. Τα άλλα τα κάψαμε στη διαδρομή γιατί νομίζαμε ότι δεν έχουν αξία” θυμάται.

Ύστερα από μια σύντομη στάση στη Μυτιλήνη και μια μεγαλύτερη στη Στυλίδα, η οικογένεια με τα εφτά καΐκια της έφτασε στη Θεσσαλονίκη. “Μόλις φτάσαμε στην Ελλάδα, κάποια στιγμή οι δικοί μου ήθελαν να δουν εάν περνάνε τα χρήματα που φέρανε από την Τουρκία. Πήγε τότε ο παππούς μου με μια χάρτινη λίρα στον μπακάλη και, όταν είδε πόσα πολλά ρέστα του έδωσε, τρελάθηκε. Γύρισε σπίτι και είπε: “τα λεφτά που φέραμε περνάνε κι εμείς τα κάψαμε…”.

Εκείνα τα καΐκια, με τα οποία ήρθαν από τη Σμύρνη, αποτέλεσαν την “προίκα” της οικογένειας, αφού τα παιδιά της κυρίας Ελευθερίας, όπως και τα εγγόνια της, συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση κι εργάζονται ως ψαράδες, ενώ η ίδια παραμένει “μικρσασιάτισσα με τα όλα της” παρά το γεγονός ότι λίγα χρόνια απομένουν για να συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής..

Διαχείριση της προσφυγικής μνήμης

“Οι πρόσφυγες με την αποβίβασή τους στο ελεύθερο έδαφος τοποθετούνταν σε καραντίνες. Το Απολυμαντήριο της Καλαμαριάς ήταν η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Για ένα διάστημα έως το καλοκαίρι του 1923, δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες άφησαν την τελευταία τους πνοή στα λιμοκαθαρτήρια εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Αυτή είναι μια από τις τραγικότερες στιγμές της καταστροφής” λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ Ιάκωβος Μιχαηλίδης.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο κ. Μιχαηλίδης, “στην αυγή του 21ου αιώνα, η διαχείριση της προσφυγικής μνήμης είναι το πιο σημαντικό από αυτά που έχουν διατηρηθεί από ένα συγκλονιστικό παρελθόν”.

“Αυτό που ξεκίνησε ως τραύμα στη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων και στις διμερείς σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία θα μπορούσε, σήμερα, με έναν νηφάλιο τρόπο να χρησιμοποιηθεί ως δείγμα του πόσο ολέθρια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα των εθνικισμών και πόσο προοδευτικά μπορούν να ζήσουν δύο κοινωνίες όταν στηρίζονται στις ίδιες αξίες, της καλής γειτονίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων των προσφύγων και εν γένει των πολιτών τους” υπογραμμίζει.

Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού

Στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης λειτουργεί το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού, σκοπός του οποίου είναι να συμβάλει στη διατήρηση της μνήμης και την ανάδειξη της ιστορικής “ταυτότητας”.

Οι δραστηριότητές του περιλαμβάνουν: τη συγκέντρωση, καταγραφή και μελέτη του σχετικού ιστορικού υλικού καθώς και των προφορικών μαρτυριών, την προβολή αντικειμένων που σχετίζονται με τα ήθη και τα έθιμα των προσφύγων, τη δημιουργία βιβλιοθήκης, τη διοργάνωση εκδηλώσεων κ.α.

“Λαός που δεν έχει μνήμη και δεν ξέρει την ιστορία του δεν μπορεί να βρει το βηματισμό του στο μέλλον. Αντλούμε διδάγματα από το παρελθόν, από αυτές τις μνήμες και διαμορφώνουμε την πορεία μας στο μέλλον. Για εμάς είναι χρέος τιμής να διατηρήσουμε αυτό το αρχείο. Η έρευνα είναι ανεξάντλητη, έχει ξεκινήσει από εμάς και δεν έχει τελειωμό”, τόνισε ο πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού, Σωτήρης Γεωργιάδης.

 

……………………………….

“Στην Προκυμαία της Σμύρνης” – Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ

σμυρνηΟ Ε.Χ. γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1899. Μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Τορόντο Σταρ» στην Ευρώπη και περιέγραψε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1925 εκδίδει το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του «Στην εποχή μας» με πρώτο διήγημα το διήγημα «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις πύρινες ανταποκρίσεις και λογοτεχνικά κείμενα του νομπελίστα συγγραφέα Έρνεστ Χεμινγουέι, που σχετίζονται με τη Μικρασιατική καταστροφή, παρουσιάζονται στο τελευταία τεύχος του περιοδικού «Ελληνική Διασπορά» του ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.»

(Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»).

Με παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Χεμινγουέι, που υποτίθεται ότι ήταν αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».

Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας “Toronto Star” ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ο ίδιος στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράψει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto”.

Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα.

Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:

«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».

Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χεμινγουέι είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών.

Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε.

Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει:

«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …».

Ο Χεμινγουέι ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».

Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει:

«Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται…. Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροικία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922)

«Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη. Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι…. Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χεμινγουέι η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους –αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης». Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).

Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί αν μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει:

«Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα».

Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει:

«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».

Advertisements

3 thoughts on “Συνωστισμό το λες εσυ αυτό κυρά μου;; Εγώ το λέω Χαλασμό !

  1. Παράθεμα: Συνωστισμό το λες εσυ αυτό κυρά μου;; Εγώ το λέω Χαλασμό ! | αἰέν ἀριστεύειν

Δακτυλικά αποτυπώματα...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s