» Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.»


 

Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.»
Ο. Ελύτης

Πτώματα παντού , στο Αιγαίο , στα τηλεπαραθυρα οπου νεοκοποι βουλευτές διαλαλούν την νεοφιλελεύθερη πραμάτεια τους , στην απάνθρωπη Ευρώπη ,στα κοινωνικά δίκτυα φασιστομουτρα ( εν αγνοία των) με περίσσια άνεση διατρανωνουν οτι δεν χωραμε αλλους, στις σαπουνόπερες της γκλαμουριας και στα σήριαλ του ευτελισμου των αξιών και του εξευτελισμού της νοημοσύνης μας. Θανατος και πτώματα, εωσότου συνηθίσουμε το πρόσωπο του τέρατος , εωσότου το τέρας να κατασπαράξει τον εαυτό του εφόσον προηγουμένως εχει κατασπαράξει κι’εμάς
Εκει όμως στα ακριτικά νησιά κάποιοι δίνουν την άνιση μάχη της ζωης απέναντι στον θάνατο . Εθελοντες , ψαράδες , λιμενικοί, κάτοικοι αφανείς ήρωες – ή μηπως θα’πρεπε να πω απλά άνθρωποι- ,αυτης της μάχης· Αυτη την δυσκολη για την πατρίδα ώρα ,τούτο μόνο να ξέρετε: «οτι σώσεις μεσ’ την αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει «

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Ν.Γκάτσος( Αμοργός) απόσπασμα

(Εγραψε ο Αντώνης Μπότσαρης)

Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ για τους «μετανάστες»


TH_Alienation-Effect_Brecht-glasses-805x450Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ για τους «μετανάστες». Πως μου ηρθε? Στη μνήμη μιας μικρής προσφυγοπούλας  που βρέθηκε πεντάρφανη  από γονείς μόνη στο λιμάνι του Πειραιά στα τρία της, επέζησε, έκανε οικογένεια, παιδιά κι  εγγόνια  και όλοι όσοι τη γνώρισαν λένε πως της μοιάζω και φυσιογνωμικά και σαν ανθρώπινος χαρακτήρας …

——————————————————

 

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ” όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα “ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ” ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν” απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ” απ” όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ” εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ” τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα,
μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)

 

 

Υ.Γ  Το ποίημα γράφτηκε το 1937, όταν ο Μπρέχτ ήταν αυτοεξόριστος στην Σουηδία, λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει ο Β” παγκόσμιος πόλεμος αλλά με τις φασιστικές θυριωδίες και τις διώξεις να κυριαρχούν στην Γερμανία του Χίτλερ.

ΕΛΥΤΗΣ ο ερωτικός, ο ποιητής του Αιγαίου , της φύσης και του ονείρου .


ΕΛΥΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Ελύτης ήρθε να καταγράψει με τον ποιητικό λόγο του το αποκορύφωμα και το απόσταγμα ενός τιτάνιου ψυχικού, πνευματικού και ηθικού αγώνα.

Όταν ξεκίνησα σήμερα  να γράψω κάτι γι αυτόν  επειδή σαν σήμερα  το 1911 γεννήθηκε,    ένιωσα μεγάλη χαρά θα μοιραζόμουν την αγάπη μου για την ποίηση του ,  μαζί σας.  Η χαρά αυτή πηγάζει  από την πεποίθηση πως έτσι ισως καταφέρω να ενώσω  κοινούς τρόπους με τους οποίους αισθανόμαστε τον κόσμο! ‘

Πιστεύω βαθιά πως  όποιος νιώθει  παιδί,  καταλαβαίνει την ποίηση γενικά, ειδικά όμως την ποίηση του Ελύτη, πολύ καλύτερα από τους   …  «μεγάλους».   Γιατί ¨οταν γινόμστε    «παιδιά»  στην ψυχή  μπορούμε να ξεφεύγουμε  εύκολα από τον κόσμο της πραγματικότητας με τη στενή έννοια. Όταν διαβάζουμε τα ποιήματα του γινόμαστε  πολεμιστές, νεράιδες, μελισσοπουλα  και βλέπουμε  μπροστά σας  βουνά, σπηλιές, θάλασσες. Εμείς οι μεγάλοι μπορούμε να νοιώσουμε αυτή την ελευθερία μόνο στον ύπνο, στα όνειρα. Τότε μπορούμε να κάνουμε τέτοια ταξίδια και να ζούμε σε μαγικούς κόσμους. Όταν ονειρευόμαστε ή όταν διαβάζουμε ποίηση.  Αναφέρθηκα σε τρεις λέξεις, που πιστεύω πως μας βοηθούν να κάνουμε μια περιήγηση στην ποίηση του Ελύτη.

ΠΑΙΧΝΙΔΙ, ΟΝΕΙΡΟ, ΠΟΙΗΣΗ

Ας δούμε πως μπορεί να συνδέονται αυτές οι λέξεις.
Όταν άρχισε να γράφει ο Ελύτης, στην Ελλάδα οι ποιητές  ένιωθαν την ανάγκη να ξεφύγουν από τον συνηθισμένο τρόπο γραφής που τους έδινε την εντύπωση πως έγραφαν τα ίδια και τα ίδια πράγματα. Την ίδια εποχή στον υπόλοιπο κόσμο οι ποιητές είχαν δοκιμάσει νέους, επαναστατικούς τρόπους για να γράφουν τα ποιήματά τους. Πριν αρχίσουν να δημοσιεύονται τα ποιήματα του Ελύτη ένας άλλος ποιητής που πήρε και αυτός το Νόμπελ, είχε γράψει ποιήματα που ξάφνιασαν με την τολμηρή γραφή τους: ο Γιώργος Σεφέρης.
Ο Ελύτης γοητεύτηκε από ένα κίνημα που ήταν ελάχιστα γνωστό εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τονυπερρεαλισμό ή τον σουρεαλισμό, όπως  συχνά τον ακούμε.

Ο Ελύτης λάτρεψε τον υπερρεαλισμό. Λάτρεψε την ελευθερία που δίνει στον ποιητή να χειριστεί την γλώσσα όπως αυτός θέλει και να αποκαλύψει ένα μυστικό κόσμο που δε βασίζεται στην περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά σε ένα εσωτερικό κόσμο που όλοι κλείνουμε μέσα μας. Ακούω συχνά κάποιους που όταν διαβάζουν ένα ποίημα λένε «δεν καταλαβαίνω.» Μα η ποίηση δεν χρησιμοποιεί την γλώσσα για να μας κάνει να καταλάβουμε,   αλλά για να αισθανθούμε. Ας διαβάσουμε ένα στίχο του Ελύτη.

«΄Ετσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου  ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τώρα σας παρακαλώ, πέστε μου αν φαντάζεστε ένα  καθηγητή της αστροφυσικής ή της αστρονομίας να μιλάει έτσι!  Ο ποιητής όμως δεν περιγράφει, ούτε μελετάει τον ήλιο αλλά τον αισθάνεται. Και οι αισθήσεις του, τα αισθήματά του, ό,τι γεννιέται από τον ήλιο τον κάνουν να δυσκολεύεται να μιλήσει γι αυτά. Και αυτή την δυσκολία, αυτό το πνίξιμο το εκφράζει με την εικόνα ενός κόκκινου τριαντάφυλλου. Κάτι πολύ όμορφου, κάτι που έχει το κόκκινο χρώμα του ήλιου, κάτι που συμβολικά μας δίνει τον ήλιο.

Η αποστολή όμως του ποιητή  είναι να μιλήσει και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό, «δεν μου είναι βολετό να σωπάσω» λέει, και συνεχίζει να παλεύει με τις λέξεις.

Ας δούμε έναν άλλο στίχο του Ελύτη.

«Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι Στήσαν τρελό χορό τα μελισσόπουλα

μαργαριτες

 

Εδώ έχουμε μια εικόνα που όλοι μας ξέρουμε. Μέλισσες που στριφογυρίζουν πάνω από ένα λουλούδι. Μια εικόνα κοινή σε όσους έχουν γνωρίσει το μεσογειακό τοπίο. Έχουμε όμως μια σειρά από «μεταφορές» μια λειτουργία πάνω στη γλώσσα που είναι η ουσία της ποίησης. Το κεντρικό μέρος του λουλουδιού που είναι κίτρινο και στρογγυλό ο ποιητής το λέει αλωνάκι κι έτσι «μεταφέρει» την εικόνα του  λουλουδιού σε έναν άλλο χώρο, προετοιμάζοντας  την επόμενη εικόνα που είναι τα μελισσόπουλα που στήνουν χορό. Και εδώ έχουν γίνει  μια σειρά από «αλλοιώσεις». Τα μελισσόπουλα προσωποποιούνται αφού οι άνθρωποι είναι αυτοί που στήνουν  χορό . Επιλέγοντας τη λέξη μελισσόπουλα αντί μέλισσες μας θυμίζει το παιδικό τραγούδι «περνά, περνά η μέλισσα, με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα.»  Έτσι μια εικόνα που όλοι μας έχουμε δει και που μπορεί να μας είναι αδιάφορη, γίνεται η αποκάλυψη μιας νέας  πραγματικότητας, μας δίνει ένα ξάφνιασμα και μια συγκίνηση, μας επιστρέφει στην παιδική αθωότητα και μας κάνει να νιώθουμε πως την βλέπουμε για πρώτη φορά.

Ο Ελύτης έγραψε ποιήματα γεμάτα φως, ήλιο, θάλασσα, χαρά της ζωής, την πρώτη περίοδο της ποίησης του. Δικαιολογημένα τον ονόμασαν «ποιητή του Αιγαίου». Μεσολάβησε όμως η εποχή του Β! Παγκοσμίου Πολέμου και ο Ελληνικός Εμφύλιος. Όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες έτσι και ο Ελύτης επηρεάσθηκε από τη φρίκη αυτής της εποχής. Καινούργια θέματα μπήκαν στην ποίησή του: ο θάνατος του αθώου, η αδικία, η δοκιμασία της χώρας του, η ιστορία. Στην μεγάλη  του σύνθεση το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» καταγράφει την μακριά ιστορική πορεία της χώρας μας αλλά και την δύναμη του λόγου του Ποιητή που μπορεί να παλέψει με το Κακό και να ξαναφέρει τη χαμένη ισορροπία.

Έγραψε πάρα πολλά ποιήματα και κατάφερε να αποτυπώσει στο έργο του αυτό που  δύσκολα λέγεται με λέξεις και που δεν έχουμε άλλο τρόπο να το εκφράσουμε  και να το γνωρίσουμε παρά μόνο μέσα  από τον ποιητικό  λόγο. Πολλά ποιήματα του μελοποιήθηκαν από μεγάλους μουσικούς, αλλά και ο ίδιος έγραψε  έργα με σκοπό να γίνουν τραγούδια όπως τα «Ρω του έρωτα», τον «Ήλιο τον Ηλιάτορα» και άλλα.

Η ποδηλάτισσα (Μουσική: Μιχάλης Τρανουδάκης)

Το τρελοβάπορο (Μουσική: Δημήτρης Λάγιος)

 

Οτι και να γραψει κανεις για τον αγαπημένο ποιητή ειναι λίγο, πολύ λίγο.

Για αυτό κι εγώ  λέω να μη σας ζαλίσω κι άλλο με αναλύσεις  αλλά απλά να σας παραθέσω μια μικρή επιλογή απο το έργο που μας χάρισε πλουτίζοντας τον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο και  να σας αφήσω να ταξιδέψετε με τους στίχους του και να νιώσετε παιδια.. να νιώσετε ερωτευμένοι, να ονειρευτείτε να νιώσετε ελευθεροι! .

 

Ι .    Από το  Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη

 

 

lips

 

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το �τι� και το �ε�
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

 

seagulls

 

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

woman

 

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

 

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

hliovasilema

Έχω δει πολλά και η γη μέσ’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να ‘χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!

 

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

IMG_7822165860763

Σ” αγαπάω μ” ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για “σένα και για “μένα..
Επειδή σ” αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για “σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ” έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε.»
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ” αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ” αγαπάω και σ” αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από “σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από “σένα και ν” αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ” αλλού φερμένο
δεν τ” αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για “σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ” ακούς;
Είμ” εγώ, μ” ακούς; Σ” αγαπάω, μ” ακούς;
Πού μ” αφήνεις, που πας, μ” ακούς;
Θα “ρθει μέρα, μ” ακούς; για μας, μ” ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ” ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ” ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ” ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν” ανθίσει αλλιώς, μ” ακούς;
Σ” άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ” ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ” ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ” ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ” ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ “ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ” ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ” ακούς;
Σ” αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ” ακούς;
Για “σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να “ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για “σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για “σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για “σένα,
όλα για “σένα, για “σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ” έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να” χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ” αγαπάω… Μ” ακούς;

Σ” αγαπώ, σ” αγαπώ, μ” ακούς.

 

ImageGen.ashx

 

 

 

 

 ΙΙ.   Από το   «Της Αγάπης Αίματα »  του Ελύτη

 

 

 

28η Οκτωβρίου


epeirikos a

Ο ποταμός ξεχείλισε
Ο,τι κι αν γράψω σήμερα
Ο,τι κι αν πω την ώρα ετούτη
Ο,τι κι αν κάμω όπου κι αν πάω
Το παν θάναι για μένα
Ενα τουφέκι που κρατώ στα χέρια κι αλαλάζω
Κάτω τα χέρια από την μάνα μας Ελλάδα.

Είμαι φιλήδονος και σοσιαλιστής
Κ’ έχω την γνώμη πως έτσι κάποτε θα μείνω
Μ’ αυτά που γίνηκαν και γίνονται στον κόσμο
Και κάποτε να σηκωθώ και να φωνάξω
Κάτω οι Εθνικοσοσιαλισταί
Κάτω οι Φασισταί
Κάτω οι βδελυροί υποκριταί της Μόσχας
Πράγματι νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ζήτω η Ελλάς
Ζήτω η Αγγλία
Που πολεμάν γι’ αυτά που αγαπάμε
Ενάντια σε όσα μάς είναι μισητά.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών
Η Ελευθερία δεν έγινε ποτέ
Με ψέμματα ούτε με σκέτες θεωρίες
Μα με τις πράξεις και οσάκις ήτο ανάγκη με το αίμα
Εμπρός λοιπόν και να χτυπάμε στην καρδιά
Σύντροφοι εμπρός
Φωνάζω αλληλούια.

(Ανέκδοτο ποίημα από το αρχείο του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο πολίτης, τ. 57, Οκτώβριος 1998]

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης


περσεφονη

 

Ο  εφιάλτης της Περσεφόνης

 
♫♫ Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης,
άμα σε δει ο Αντώνης,

θα πας να πουληθείς.♫♫

θα είμαι δίπλα σου.


Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής Σου, ούτε έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω το παρελθόν ή το Μέλλον Σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις, όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να Μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά, όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ να σ’ αγαπώ όπως είσαι και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω ή κάτω ή στη μέση. Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα. Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο. Να κοιμάσαι ευτυχισμένος. Να εκπέμπεις Αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες. Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή. Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις κοντά σου .

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους Φίλους
Με πολλή αγαπη,  σεβασμό κι εκτίμηση στους δικους μου ανθρωπους και στους  λιγους αλλά καλους φίλους /ες  ειμαστε κοντα και  με   … «ανέχονται» τόσα χρόνια…

Τ΄ άσπρα βότσαλα


Ithaca_2011-508

 

Τ΄ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Ετούτα τ΄άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο.
Κανένας δε μαντεύε
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν.
Κανένας
δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ΄ανέβασες.
Με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ΄απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων.

Γι΄αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν΄αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.

 

 

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ
Πριν από εσένα ήσουν εσύ;

Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.

Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα

τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι

μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι

πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο.

Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε»

 

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες ,

για σιωπηλά εφόδια,

για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες

όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ΄το παράθυρο,

όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο

λαθραία υφάσματα, όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη ,με ριγέ πιτζάμες,

κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,

κι η θάλασσα μας πλησιάζει

όλους ανεξαιρέτως

διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

 

Ριτσος

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια.

Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.

Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.

Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου

μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσα

στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός

φορώντας τις λευκές σου μπότες.

 

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας.

Πόσες

διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις.

Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.

Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.  Η νύχτα

διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη. Κι εσύ

πόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,

έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.
ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ
Πίσω απ΄τη μάντρα ,σπασμένα γυαλιά,

σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,

τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,  πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους

ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,

σαν άστρο παραμελημένο,

έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα.

Μαζί κι εγώ.

 

ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ
Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,

τα΄δες απ΄την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα

και μέσα στα παπούτσια σου.

Καλύτερα λοιπόν

να περπατάς ξυπόλητος

μη σ΄ακούσουν.
ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ
Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν.

Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.

Έσπασε το θερμόμετρο,

ο υδράργυρος σκόρπισε.

Σαν φτάσαμε στα σύνορα

μας σταμάτησαν.

Τα ψεύτικα διαβατήρια

ήταν έγκυρα.

Εμείς δεν περάσαμε.

 
ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ
Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.

Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της

λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου

να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

 

 

ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ
Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,

κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.

Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,

τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-

μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,

πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε-

αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη,

η προδοτική.

 

ritsos

 

 

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά Λακωνίας και πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990 στην Αθήνα.

Πιστός στο όραμα μιας κομμουνιστικής κοινωνίας πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του σε φυλακές και εξορίες. Μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974 τιμήθηκε ως ποιητής από όλους τους χώρους της πολιτικής.

 

Τα δέκα  παραπάνω άγνωστα ως πρόσφατα  ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου ήρθαν  στο φως, σε μια προδημοσίευση από το Αθηναϊκό Πρακτορείο  με την  ανέκδοτης συλλογής «Το Υπερώον», που κυκλοφόρησε   από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος: Πρόκειται για 72 ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιητικά, στο πολυτονικό σύστημα, που γράφτηκαν το 1985.

Πρόκειται για μία ακόμη αποδέσμευση δημιουργημάτων του Ρίτσου, έχοντας την έγκριση της κόρης του Ερης, αποδέσμευση από το απέραντο ωκεανό ποιημάτων του ανθρώπου ο οποίος δεν δίσταζε να γράφει αενάως, αδιαφορώντας για τους επικριτές αυτής της πληθωρικής επιμονής του .

“ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ”


 

  • Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη

και για το δίκιο.

 

  • Καλότυχοι εκείνοι που δεν γνώρισαν τον εαυτό τους

Ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους

 μα ευλογημένοι αυτοί που τα έδωσαν όλα…

κι ύστερα κοίταξαν ένα άστρο…

σαν τη μόνη ανταπόδωση…

~Τ.Λειβαδίτης~

#poetry_day !!!!!!!!!


ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-cf83cf80ceb1cf83cebcceadcebdcebf-cebacebfcf85ceb4cebfcf8dcebdceb9110-300x136

Είμαι ένα από τα «πλουσιόπαιδα» του Λονδίνου

Επιστολή κόλαφος του Έλληνα χειρουργού  διευθυντή κλινικής στο Imperial. Ο Ευάγγελος Μαζάρης, Δ/ντης  Χειρουργός Ουρολόγος στο Imperial College ( NHS Trust)  στέλνει μια ήπια, χαμηλών τόνων, αλλά ταυτόχρονα συγκλονιστική επιστολή στον υπουργό Υγείας, μετά την επισοδειακή ομιλία του στο Λονδίνο, και αυπροσδιορίζεται ως ένα από τα «πλουσιόπαιδα» του Λονδίνου για τα οποία μίλησε ο υπουργός στα ελληνικά κανάλια.

Στην επιστολή του μεταξύ άλλων τονίζει και για τους Έλληνες επιστήμονες που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους.

Την ιδια μέρα το υπουργείο Υγείας δίνει στον  μικρό Παναγιώτη Γεωργοτά από την Κέρκυρα που πάσχει από νευροβλάστωμα, τη χαριστική βολή για την ζωή του. Δεν θα καλύψει τελικά  μέρος των χρημάτων νοσηλείας στο  Memorial Hospital της Νέας Υόρκης, παρ όλο που αύτό δίνει εξαιρετικά υψηλές πιθανότητες επιβίωσης,  γιατί η θεραπεία είναι λέει πειραματική! ( Λες και  αυτή καθαυτή η  διακυβέρνηση της χώρας μας από δαύτους  δεν είναι πειραματική … )

3b53c6f17cf5ae51e598b0a9d2ac6ebd_L

Φαντάζομαι τον  … Άδωνις  Γεωργιάδη να απάντα ορθά κοφτά και υστερικά στην οικογένεια του παιδιού που πάσχει από καρκίνο :

–  «Δεν προσαρμόστηκε και    πρέπει να πεθάνει«~

και θυμωμένη αναφωνώ ειρωνικά :

–  Μπράβο Αδωνι ! Κομμούνι θα ήταν !

Ο μικρός ήταν άτυχος. Έπεσε στην  ημέρα της ποίησης &  των νερών.      Η χαριστική βολή στον μικρό Παναγιώτη δόθηκε από τον μουρλό  τηλεβιβλιοπώλη  υπουργό , 

#poetry_day !!!!!!!!!

«Αδωνι καναν υπουργό, συμβουλο Κρανιδιώτη,λαμόγια και δωσίλογοι, στην μαλακ@α πρώτοι!
Αντώνη μου θεοτρελλε, Αντώνη μου ψυχάκια, σύντομα πάτε σπίτια σας Μπαλτάκοι-Μουρουτάκια!»

Ποιά Ημέρα της Ποίησης , ποιά  πατρίδα  … ποιά Ελλάδα  να υμνήσει κάποιος;;;

Παγκόσμια μερα ποίησης και τα παιδάκια στο σχολειο μαθαίνουν εθνικιστικά ποιηματακια για την γιορτη της 25ης Μαρτίου.Κατά τ΄ άλλα μεθαύριο στις 25 Μαρτίου  θα στηθεί  περήφανα όλη η συμμορία που μας κυβερνά πίσω από τα  στα κάγγελα  (της πουτ@ν@ς το κάγγελο,  δηλαδή)  εκεί στη Πλατεία και θα περιμένει να παρελάσουν μπροστά της τα μαθητάκια  να τα καμαρώσει!

Ντροπή  κι αίσχος  τους μεγάλο!

tatiana bolari

Μια κοινωνία που βλέπει  επιστήμονες να φεύγουν, γονείς να θρηνούν για το παιδί τους που δεν έχει κοινωνική περίθαλψη, απολυμένους καθηγητές να κλαίνε που καταστρέφεται η ζωή τους και  την κυβέρνηση

xrysox

να πανηγυρίζει  και να  σπάει στα μπουζούκια το πλεόνασμα, ( βλ.  Κώστα Μπακογιάννη – Σία Κοσσιώνη για την πολιτικομηντιακή διεύρυνση της οικογένειας Μητσοτάκη και το άνοιγμα στην οικογένεια του ΣΚΑΙ,  προοδεύει;;

Κάνουν καθημερινά  ανθρωποθυσίες,  προσθέτουν και λίγη(;) αστυνομική καταστολή    ( εδώ βλέπε  – κατά  εναν αστυνομικό,  θύμα της προκατάληψης! 

BjRxbcTCAAAcTm7

τα ανακατεύουν και  με ένα  νομοσχέδιο για το  γάλα (μην τύχει  και  ζημιωθεί η εταίρος  Ολλανδία) κι έτοιμο το Οικονομικό θαύμα της Ελληνικής  οικονομικής ανάπτυξης…

– » Mα για το γάλα να πέσει η κυβέρνηση;;;» ρωτάει ο Ευαγγελάτος,

Ναι,  ρε μ@λ@κα για το γάλα και την κτηνοτροφία !Με  κάτι  τέτοια νομοσχέδια διαλύεται  η οικονομίας μας. Οχι μεμενομένα για αυτό αλλά για  το  σύνολο των   καμώματων τους  για τα οποία ματώνει η κοινωνία μας , επιβάλλεται να πέσει!

«Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ» ( ποίημα)


κεφαλοιτης χορευει«Κεφαλονίτικος παπάς διαβάζει με σοφία, τα 12 ευαγγέλια τα βγάζει 13» , λέει η πασίγνωστη καντάδα.

 

Κάπως έτσι, ήταν θέμα χρόνου να βγουν και τα στιχάκια για τον ισχυρό σεισμό των 5,8 ρίχτερ, που χόρεψε το νησί και προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε εκατοντάδες σπίτια. Ευτυχώς όχι θύματα.

Ενας «ποιητής» με το καλλιτεχνικό όνομα D. ARMODOROS, συνέθεσε ένα σατιρικό ποίημα, για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες στο νησί και το ανάρτησε στο facebook.

Αφού όμως διαβάσετε το ποίημα, προσοχή!

Αστεία με την Κεφαλονιά μπορούν να κάνουν ΜΟΝΟ οι Κεφαλονίτες…

 

 

«Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ»

Νέος σεισμός εγένετο εις την Κεφαλληνία

χρόνια τον αναμέναμε να σπάσει την ανία.

Ο κόσμος σε κατάσταση βρέθηκε πανικού

και μερικοί ετάζανε λαμπάδες του Χριστού.

Με το “να χέρι ο γείτονας έκανε το σταυρό του

με τ” άλλο του εμούτζωνε αλλόφρων το θεό του.

Από τηλεοράσεως βγήκαν ανακοινώσεις

και βαρυσήμαντες πολλές εγίνανε δηλώσεις.

Πρώτοι απ” όλους μίλησαν οι δημοσιογράφοι

που είναι σε όλα ειδικοί κι άριστοι σεισμογράφοι.

Εγράψανε διάφοροι μας δώσαν εξηγήσεις

διαβάσαμε κι ακούσαμε άπειρες αναλύσεις.

Από παντού κατέφθασαν, γεωλόγοι σεισμολόγοι

μακρόχρονα συμβούλια έκαναν στ” Αργοστόλι.

Καθένας τους εξέφραζε μία αντιγνωμία

πως εξελίσσετε ο σεισμός και ποια είν” η αιτία.

Κι ο κόσμος που ανησυχεί, θαρρεί πως κάνουν γλέντι

κι ελπίδα εναποθέτουνε στον Άκη τον Τσελέντη.

Πολλά ανακοινώθηκαν απ” όλα τα υπουργεία

πως εκινητοποίησαν ως και τη ναυτιλία .

Όπως καταλαβαίνετε η κάλπη πλησιάζει

και έθιμο είναι παλιό… ότι, όποιος θέλει τάζει…

Φίλοι μην περιμένετε χρήματα για βοήθεια

δοθήκανε για τον Ξηρό που εχάθη στα Πατήσια.

Κάποιος κακοπροαίρετος είπε πως για το ρήγμα

τάμα στον Άγιο έκαναν να δημιουργηθεί το σχίσμα.

Κι αφού από ανέκαθεν όλη η Παλική,

αρνείται στην Κεφαλονιά να ενσωματωθεί

εδιευκόλυν” ο σεισμός αυτή να τελεστεί.

Μα ένα είναι σίγουρο που παραδέχονται όλοι

Πως θέλουν την απόσχιση Ληξούρι κι Αργοστόλι.»

D. ARMODOROS

 

agalma-andrea-laskaratou-01-600x300

Το άγαλμα του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου στο Ληξούρι, έχει την πλάτη γυρισμένη στη θάλασσα και… φυσικα που αλλου; Στο Αργοστόλι !