Χριστουγεννα 2016 .Εικόνες από την Αθήνα


15747498_1639168522766129_3014581382837825578_n

Δεκέμβρης 2016.

Ερμού.

1115795_img_2939_as

1115854_img_3494_as

1115827_img_2929_as 1115857_img_2990_as 1115837_img_2985_as 1115875_img_2769_as

 

1115849_img_3246_asΠαραμονή Χριστουγέννων..

και πιο πανω στην πλατεία Συνταγματος

c0yavhxweaa59qk-jpg-large

Μαχαίρι στην καρδιά….

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Καλά Χριστούγεννα, με αγάπη και φως εντός μας ..


 dsc_0003 

Ανάβω της ψυχής μου τα κεριά και καρτερώ το θαύμα…

 

Στους δικούς μου ανθρώπους, τους φίλους και τους γνωστούς  εύχομαι ολόψυχα 

Καλά Χριστούγεννα, με αγάπη και φως εντός μας …

 

°.˛*.˛.°★。˛°.★** *★* *˛**ΚΑΛΕΣ
˛ _██_*。*. / \ .˛* .˛.*.★* *★ 。**ΓΙΟΡΤΕΣ
˛. (´• ̮•)*˛°*/.♫.♫\*˛.* ˛ _Π_____. * ˛*
.°( . • . ) ˛°./• ‘♫ ‘ •\.˛*./______/~\*.
*(…’•’.. ) *˛╬╬╬╬╬˛°.|田田 |門|╬╬╬-

 

Υγ. Σε σένα που  έρχεσαι κοντά υποκριτικά , ότι εύχεσαι για μένα

παρακαλώ να δώσει ο Θεός πρώτα σε σένα!

 

 

 

Κράτα το

Κράτα το

Τότε που λέγαμε τα κάλαντα …


c4ca4238a0b923820dcc509a6f75849b-231

Παραμονή Χριστουγέννων. Ξύπνημα από τις έξι. Ντυνόμασταν ζεστά, φοράγαμε τα σκουφάκια που μας είχε πλέξει η μάνα μας με τεράστιες φούντες στην κορυφή και αφού πίναμε γρήγορα γρήγορα το Νουνού φεύγαμε για τα κάλαντα. Θέλαμε να είμαστε από τις πρώτες που θα χτύπαγαν το κουδούνι. Ναι, κινδυνεύαμε να μην μας ανοίξουν πρωί πρωί, όμως αν, θα ήμασταν εμείς που θα κάναμε το ποδαρικό και θα περνάμε επαξίως τον καλύτερο μπουναμά. Συνήθως, η εμπειρία μας είχε δείξει δηλαδή, ότι όλοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, άνοιγαν διάπλατα την πόρτα τους για να «τα πούμε». Τότε, δεν υπήρχε φόβος. Οι πόρτες ήταν ξεκλείδωτες και όλοι σε καλωσόριζαν στο σπιτικό τους. Η υποδοχή ήταν ίδια σε όλα τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα. Μας έβαζαν στο σαλόνι τους, έτσι για το καλό. Για να ακουστούν οι παιδικές φωνούλες και να πλημμυρίσουν οι τοίχοι από χαρά. Αυτή η χαρά θα συνόδευε την καινούργια χρόνια και θα κράταγε μέχρι τον επόμενο χρόνο που πάλι θα χτύπαγε το κουδούνι και κάποια παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα με τον δικό τους τρόπο. Δεν φοβόμασταν να περπατήσουμε ακόμα και σε άγνωστες γειτονιές για «να τα πούμε». Ο κόσμος πιο ευγενής, τα αυτοκίνητα λιγότερα και οι οδηγοί πιο συνετοί. Εξάλλου ήταν τόσο πρωί που σπάνια συναντούσες αυτοκίνητο. Παραμονές Χριστουγέννων σήμαινε όχι μόνο κάλαντα για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Άκουγα τον πατέρα μου που έλεγε στην μητέρα μου «κάνε ψιλά. Αύριο θα έρθουν τα παιδιά για τα κάλαντα». Η μητέρα επίσης φρόντιζε και για τα γλυκά. Συνήθως σοκολατάκια για κέρασμα. Σε ποιο παιδί δεν άρεσε η σοκολάτα; Έτσι όλα τα σπίτια έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες για να υποδεχτούν τα κάλαντα. Ψιλά και σοκολατάκια, καμιά φορά κουραμπιέδες και μελομακάρονα, οι πιο κλασικές νοικοκυρές που δεν έσπαγαν την παράδοση. Σπανίως κάποιος δεν άνοιγε την πόρτα του. Σαν παιδιά που ήμασταν, χτυπάγαμε το κουδούνι και μετά περιμέναμε. Αν άνοιγε η πόρτα, καλώς. Αν αργούσε να ανοίξει, περιμέναμε σιωπηλά, σχεδόν δεν αναπνέαμε και κολλούσαμε το αυτί μας στην πόρτα. Να ακούσουμε αν ήταν κάποιος μέσα και έκανε το κορόιδο. Ναι, ήταν σεσημασμένοι οι γρουσούζηδες που δεν άνοιγαν. Τους ξέραμε, αλλά κάθε χρόνο ήμασταν εκεί. Έτσι για την αλητεία της εποχής. Τότε, τα χρήματα που μαζεύαμε ήταν πολλά για την εποχή. Αλλά δεν μας ένοιαζε αυτό. Πηγαίναμε έξω για τα κάλαντα για να ζήσουμε την περιπέτεια. Γιατί ήταν έθιμο και έτσι μας είχαν μάθει οι γονείς μας, που τους είχαν μάθει οι γονείς τους. Ήταν από τις λίγες φορές που μας άφηναν οι γονείς μας να βολτάρουμε μόνες μας. Το λεγόμενο χαρτζιλίκι που συγκεντρώναμε από τα κάλαντα, συνήθως το εξαργυρώναμε σε δώρα για τους δικούς μας ανθρώπους. Για την οικογένεια μας. Βλέπετε, τότε δεν υπήρχε mall, ούτε Zara, ούτε iPhone, ούτε tablet. Όταν τελείωνε η γύρα και επιστρέφαμε στο σπίτι, δεν σταματάγαμε να μιλάμε για την περιπέτεια. Ποιος μας άνοιξε, ποιος δεν μας άνοιξε, γνωστό αυτό, τι μας κέρασαν, πόσα μας έδωσε ο κολλητός του πατέρα μας. Κάθε χρόνο η μητέρα μου μας έκανε την ίδια ερώτηση, «δεν πιστεύω να χτυπάγατε πολλές φορές το κουδούνι και με μανία όταν δεν σας άνοιγαν;» Και κάθε χρόνο έπαιρνε την ίδια απάντηση,»Οοοχιιι». Εμείς αυτόματα κοιτάγαμε το δάκτυλο μας, τον δείκτη, που είχε γουβιάσει από την πίεση στο μπουτόν του κουδουνιού και κρυφογελάγαμε. Εννοείται, ότι κάποιοι θείοι μας που έρχονταν το μεσημέρι στο σπίτι μας για χρόνια πολλά, έλεγαν ποσό επίμονα χτυπούσαμε το κουδούνι. Και το έλεγαν κάπως ενοχλημένοι, τι κάπως δηλαδή, πολύ, αλλά εμείς είχαμε περάσει τόσο καλά που η παρατήρηση, παύλα, ευγενική επίπληξη μας άφηνε παγερά αδιάφορες. Τότε που πηγαίναμε για τα κάλαντα δεν υπήρχε ο φόβος να μας ληστέψουν στον δρόμο. Περπατάγαμε και νιώθαμε ασφάλεια. Τώρα, τα λιγοστά παιδιά που βγαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς συνοδεύονται από κάποιον ενήλικα. Συνήθως οι μαμάδες αναλαμβάνουν τον ρόλο του σεκιουριτά. Οι περισσότερες πόρτες μένουν κλειστές. Δεν ανοίγουν στο χτύπημα του κουδουνιού. Κάποιοι κοιμούνται, κάποιοι βαριούνται, κάποιοι κάνουν πως δεν ακούνε. Κάποιοι δεν έχουν χρήματα να φιλέψουν τα παιδιά «Φέτος θα πούμε τα κάλαντα μεταξύ μας» είπα στην κόρη μου. Και όταν με ρώτησε γιατί, της απάντησα ότι δεν πρέπει να φέρνουμε τους ανθρώπους σε δύσκολη θέση. Έχω ήδη βγάλει από το ντουλάπι το τρίγωνο, με τρίγωνο τα λέγαμε και μεις, το έτριψα λίγο να γυαλίσει, γυαλίζοντας το τότε… Θυμήθηκα, χαμογέλασα…

 

Κράτα το

Κράτα το

Πίνετε νερό από την βρύση, να μπει μέσα σας το πνεύμα των Χριστουγέννων.


waterΣάλο έχει προκαλέσει η αποκάλυψη πως η κυβέρνηση ρίχνει αντικαταθλιπτικά χάπια στη λίμνη του Μαραθώνα, για να ανεβούν ψυχολογικά οι Αθηναίοι.

Η εντολή για να δοθούν αντικαταθλιπτικά στους Αθηναίους, εν αγνοία τους, δόθηκε από τις Βρυξέλλες, μετά από παράπονα τουριστών και Ευρωπαίων αξιωματούχων πως οι Αθηναίοι είναι μέσα στη μαυρίλα και στη μουντρουχιά.

Αρχικά, υπήρχε η ιδέα να ψεκαστούν οι Αθηναίοι ατομικά -γιατί τους εναέριους ψεκασμούς τους είχαν συνηθίσει και δεν τους έπιαναν- αλλά μπορεί κάτι να υποψιάζονταν, οπότε αποφασίστηκε να χαπακωθούν.

Δηλαδή, τώρα οι Αθηναίοι είναι και ψεκασμένοι, και χαπακωμένοι. Ένα ξεμάτιασμα πού και πού χρειάζονται, για να είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον πλανήτη.

Το διάφανο ανθρωπάκι


images
Πήγαινε καιρός που δεν ήταν στις καλές της. Τις περισσότερες μέρες της βδομάδας τα μάτια της ήταν θλιμμένα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το λόγο… Βαθιά όμως μέσα της τον ήξερε καλά.
Εκείνο το απόγευμα είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα. Να μείνει σπίτι της και να μην ασχοληθεί με τίποτα. Ούτε βόλτα θα πήγαινε, ούτε στη φίλη της για καφέ, ούτε γυμναστήριο, ούτε σινεμά. Είχε αποφασίσει να μείνει μόνη και ν” ακούσει τη σιωπή της.
Άναψε μερικά κεράκια -λάτρευε τα κεριά!- έβαλε ένα ποτό, πήρε ένα βιβλίο και έκατσε στον καναπέ. Ούτε που άνοιξε το βιβλίο που είχε διαλέξει. Το ποτό έμεινε κι αυτό μόνο του δίπλα της στο τραπεζάκι κι εκείνη βρέθηκε κουλουριασμένη στον καναπέ, αγκαλιά μ” έναν τεράστιο πάνινο αρκούδο.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε αυτό το περίεργο, διάφανο ανθρωπάκι.
-Καλησπέρα! της είπε.
-Ποιος μίλησε; ρώτησε ξαφνιασμένη.
-Εγώ! … Εδώ… πού κοιτάς; επανέλαβε η φωνούλα.
-Πού είσαι, επιτέλους; ρώτησε πάλι εκείνη, κάπως τρομαγμένη.
-Εδώ, πάνω στον αρκούδο σου! Με είδες τώρα;
-Α! Τι είσαι εσύ; θαύμασε απορημένη.
-Ε, καλά… Τώρα θα μου πεις ότι δεν ξέρεις τι είμαι!
-…
-Τι κάνεις τόση ώρα;
-Κλαίω… ψιθύρισε εκείνη ντροπαλά.
-Μήπως τώρα, λοιπόν, ξέρεις τι είμαι; Με αναγνωρίζεις;
-…
-Δάκρυ είμαι, ανόητη, δάκρυ!
-Μα, τα δάκρυα δε μιλάνε… είπε δειλά.
Το δακρυάκι γέλασε και της απάντησε:
-Δε μιλάνε; Τι ανόητη που είσαι! Φυσικά και μιλάνε! Όχι μόνο μιλάνε, αλλά φωνάζουν, παρακαλούν, ζητάνε, χαίρονται, γελάνε, λυπούνται, τρομάζουν, πονούν… Και μάλιστα όλα αυτά τα συναισθήματα τα εκφράζουν πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τ” ακούσει. Άκου εκεί, «δε μιλάνε…»!
-Και από μένα τι θες; Μάθημα ήρθες να μου κάνεις; ανέβασε τον τόνο της φωνής της.
-Όχι. Απλά τόσες μέρες με καταπιέζεις και δεν μ” αφήνεις να βγω και να “ρθω να σου μιλήσω.
-Και σαν τι θες να μου πεις; Δεν έχω όρεξη να ακούσω τίποτα. Είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε…
-Για πρόσεχε πώς μου μιλάς, σε παρακαλώ! Δε φτάνει που βγήκα από μέσα σου για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, θα με μαλώσεις κι από πάνω; Και στο κάτω κάτω, ξεχνάς από πού προέρχομαι; Αυτά τα,  »είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε» να τα πεις αλλού, όχι σε μένα! είπε το δακρυάκι θυμωμένο και εκείνη κουλουριάστηκε πιο πολύ στον καναπέ της.
Καταλάβαινε πως το διάφανο ανθρωπάκι είχε δίκιο και ότι, μάλλον, δεν θα “πρεπε να διώχνει τον… ουρανοκατέβατο φύλακά της. Έτσι, σταμάτησε να μιλάει και το άφησε να πει το λόγο της επίσκεψής του.
Το άκουγε με προσοχή ενώ κι άλλα διάφανα ανθρωπάκια, αθόρυβα και βουβά, εμφανίστηκαν και χόρευαν μπροστά στα μάτια της. Όσα άκουσε να λέει το δακρυάκι, τα ήξερε πολύ καλά, όμως αρνιόταν να τα παραδεχτεί. Τελειώνοντας όσα είχε να πει το διάφανο ανθρωπάκι κύλησε και τρύπωσε μέσα στην καφετιά γούνα του αρκούδου. Ούτε το ξανάδε ποτέ. Μερικά ακόμα διάφανα ανθρωπάκια κρύφτηκαν μέσα στη γούνα του αρκούδου, άλλα στην πιτζάμα της, άλλα στα μαξιλάρια που στήριζαν το κεφάλι της… Και τότε ένιωσε μια γλυκιά νύστα να την τυλίγει και να βαραίνει τα βλέφαρά της.
Όταν ξύπνησε δεν υπήρχαν πουθενά διάφανα ανθρωπάκια. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν όλα αυτά συνέβηκαν στην πραγματικότητα ή αν ήταν μόνο ένα όνειρο. Όμως για ένα πράγμα ήταν βέβαιη: ότι τα δάκρυα εκφράζουν όλα τα συναισθήματα πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει…