Εσας κραταω…..


b82a90d0c6306e5e943a5c1098e3c4c9

Εσας θελω να κρατησω στη ζωη μου……
Εσας….
Που οταν πεφτω….. τρεχετε να με σηκωσετε….
Που οταν κλαιω….. τρεχετε να με αγκαλιασετε…..
Που οταν ειμαι θυμωμενη….. με ακουτε χωρις να κρινετε….
Που εισαστε κοντα μου…. οταν οι αλλοι φευγουν….
Με εσας που μου χαμογελατε….. οταν η ψυχη σας κλαιει…..
Με εσας που δεν χρειαζετε να σας μιλησω…. καταλαβαινετε με τη πρωτη ματια…. νιωθετε με τη ψυχη….. αγκαλιαζετε με το βλεμμα….

Nαι, θα έφευγα


bahamas-day-trip

» Nαι, θα έφευγα. Όχι επειδή υπάρχει κρίση. Όχι επειδή οι δουλειές είναι δύσκολες. Όχι επειδή με ζορίζει το δάνειο. Αλλά επειδή ζω σε μια χώρα που οι συμπατριώτες μου μάλλον δεν αγαπούν τελικά, μιας και αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει. Δεν μιλώ για τους φοροφυγάδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, τα πάσης φύσεως λαμόγια. Μιλώ για μια πολύ μεγαλύτερη, φοβάμαι, μάζα. Που κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο την πάρτη της, τον παρά της, τον κύκλο της, το σπίτι της, αδιαφορώντας παντελώς για ό τι κοινό. Που δεν τηρεί κανέναν κανόνα – ούτε κάν τους στοιχειώδεις της καλής συμπεριφοράς – και δεν έχει και κανέναν σκοπό να τους τηρήσει ποτέ. Που περιμένει πάντα από κάποιον άλλον, κάποιον αόριστο τρίτο – συνήθως αυτός λέγεται κράτος όταν δεν λέγεται μαλάκας – να κάνει τα πάντα για λογαριασμό του: απ’το να του βρει δουλειά μέχρι να του καθαρίσει τα σκαλιά όταν χιονίσει. Είναι κακόγουστος, κακότροπος και κακόπιστος. Δεν λέει καλημέρα, παρακαλώ κι ευχαριστώ. Πετάει το σκουπίδι του στον δρόμο. Καπνίζει στο εστιατόριο γιατί έτσι γουστάρει. Αγνοεί επιδεικτικά την ουρά στα τυριά κι αν του το υπενθυμίσει κανείς ενοχλείται μεγαλοφώνως. Βγάζει τον σκύλο βόλτα – αν τον βγάλει – και δεν διανοείται να μαζέψει τα κουραδάκια του. Το μπαλκόνι του είναι η αποθήκη του και στα παλιά του τα παπούτσια αν εσύ πίνεις καφέ με θέα τη σκεβρωμένη σιδερένια ντουλάπα και δυο σφουγγαρίστρες. Κτίζει τριόροφο και σε κάθε βεράντα βάζει άλλα κάγκελα – λες και τα πήρε ρετάλια από καλάθι. Ακούει πως κάτι καλό έγινε κι αντί να χαρεί, ψάχνει να βρει τον λάκο στη φάβα. Δεν τον θέλω πια στην καθημερινότητά μου. Έχει καταστρέψει την πατρίδα μου. Είναι μίζερος και κινδυνεύω να με πάρει μπάλα η μιζέρια του. Ναι, λοιπόν. Αν ήμουν δεκαοκτώ, εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, θα ήμουν κολλημένη σ’ενα PC και θα έψαχνα τα job opportunities ανά τον κόσμο. Θα έφευγα όχι για μια καλύτερη δουλειά, όχι για περισσότερα λεφτά, αλλά για να ξαναβρώ την ποιότητα της καθημερινότητάς μου. Τις αξίες της οργανωμένης κοινωνίας που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου- της συλλογικής εργασίας, της κοινωνικής προσφοράς, του εθελοντισμού. Τη χαρά του να κυκλοφορώ ελεύθερα στο δρόμο, να παίρνω το λεωφορείο όποτε θέλω και να μου λέει καλημέρα η ταμίας στο σουπερμάρκετ. Κι ας ήταν γκρίζος ο ουρανός κι ας μην είχε θάλασσα. Το τίμημα που πληρώνουμε γι’αυτόν τον γαλανό ουρανό είναι τεράστιο. Δεν είμαι ούτε δεκαοκτώ, ούτε εικοσιοκτώ, ούτε τριανταοκτώ. Αλλά κοιτάζω πού και πού, λάγνα, τις αγγελίες στο guardianjobs και δεν δυσκολεύομαι καθόλου να με δω να φεύγω«.
 (Μαρίνα Λεωνιδοπούλου -espresso croquant)

«Nαι, και εγώ θα έφευγα» για τους ίδιους και ακόμα περισσότερους λόγους, αν …  αν δεν υπήρχαν κάποιοι δικοί μου άνθρωποι εδώ που αγαπώ  – δεν γίνεται να με ακολουθήσουν-  και για αυτούς μονάχα μένω πίσω , συμπληρώνω εγώ.

Τιμής ένεκεν στο άγχος της


–          Εδώ  στα ξένα που σπουδάζω στις μέρες μας θα μου πεις και πως αλλιώς να επιβιώσω αν δε νιώσω και λίγο ψάρι με τις φλέβες του λαιμού σου να αρνούνται την εισροή οξυγόνου; Δεν μου φτάνει η δική μου η δουλειά και τα τρεξίματα ρε μάνα,  σκέφτομαι και τα χάλια τα οικονομικά.. και την κατάσταση πίσω στο σπίτι!

–          Εσύ  που σκέφτεσαι ορθολογιστικά και ώριμα , αυτό που σε κάνει να νιώθεις σαν τουρίστας σε πλοίο με φουρτούνα στο Αιγαίο δεν θα πρέπει  να είναι τίποτε άλλο από το μέλλον σου.

–          Με απασχολεί σαφώς το σε ποιο λούκι θα πέσω, μάνα ! Αν μου λάχει να μείνω σε μια ποιο άνετη αλλά ξενέρωτη ζωή στην ξενιτιά ή αν θα πρέπει να επιστρέψω και να μείνω σε μια  κατεστραμμένη Ελλάδα με τα  δικά της  γνωρίσματα και νοοτροπία και με όλα τα παρελκόμενα  (ανεργία, κίνηση, γραφειοκρατία, χάος,   τραπεζάκια έξω,  σουβλάκι, παρτάκι , ουζάκι )

–   Αποφάσισες να κάνεις μεταπτυχιακό. Προς το παρόν πλουτίζεις τις γνώσεις σου. Τα άλλα τα σκέφτεσαι , μετά.

–          Δεν ξέρω αν τελικά θα πω: ναι μένω έξω και φτιάχνω καριέρα με υπακοή στον ανώνυμο αφέντη. Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό έρχεται  η Μαρία, η Καίτη, ο Τάσος και ο  Νίκος    που πρόσφατα κατάλαβα  ότι δεν είναι ο έρωτας της ζωής μου και  με ρωτά :  μήπως θα έπρεπε να προτιμήσω αυτόν,  μια  ζεστή πατρίδα ή τους δικούς μου,  έναν ήλιο που λάμπει  όλο το χρόνο και τραπεζάκια έξω; Kι εκει με ζώνουν φίδια.

Tότε είναι που με έπιασε το κλασσικό συναίσθημα ασφυξίας που με έπιανε και από μικρή κάθε που έτρεχα κατοστάρι στην πισίνα! Τότε γύρισα και τους απαντησα   θυμωμένη :  Mου αξίζει κάτι καλύτερο!  Πρέπει να τα βρω ανεπηρέαστη με τον εαυτό μου όμως, μόνο

Αφού ξεμπερδέψα από τη δουλειά, σουτάρα και  από το skype  γνωστούς φίλους κι εχθρούς αράξα στον καναπέ μου  να χαλαρώσω. Εκεί χτυπάει η βόμβα του άγχους μου!  Μια βόμβα με όνομα «Μαμά-εισερχόμενη κλήση»!

–           Έφαγες, πλύθηκες, άλλαξες, κρύωσες , ζεστάθηκες, σε πείραξε κανείς να του ανοίξω το κεφάλι με τον πλάστη;

–          Mα καλά ρε μάνα δεν με λυπάσαι? Εμένα  δε με ρωτάει κανείς αν απλά είμαι αγχωμένη; Ούτε  κι εσυ, πια?

…..

Ίσως πρέπει να τα αφήσω όλα αυτά λίγο πίσω και να βρω τον παλιό ξέγνoιαστο εαυτό μου. Δε λέω  να ασπαστώ τη φιλοσοφία του Ζεν αλλά απλά να σταματήσω να είμαι κολλημένη σε όσα μου τσιτώνουν τα νεύρα.

‘Είναι καιρός  μάλλον να με αγχώσει το  τι δε με αφήνει να απολαύσω τη σημερινή μου βόλτα στον ήλιο… που εδώ είναι σπάνιος.