Καλά πόσο «προτοσάλτε» μπορείς να είσαι ;;


Για τον συγκεκριμένο κύριο η μετανάστευση των νέων είναι «κινητικότητα των εργαζομένων εντός της ΕΕ»

Ένα είδος ΖΙΖΑΝΊΩΝ που ευδοκιμεί τα τελευταία χρόνια στον κήπο μας είναι οι μνημονιακοί δημοσιογράφοι. Στην αρχή τους αντιμετώπισαμε με περιέργεια και ενδιαφέρον. Στη συνέχεια αρχίσαμε να οργιζόμαστε   ακούγοντάς  τα παραληρήματα τους . Τώρα μπορούμε άνετα πια να τους   αντιμετωπίζουμε σαν γραφικές περιπτώσεις…

Το ότι δοκιμάζουν την κοινή λογική είναι γνωστό. Το ότι αποτελούν αστείες φιγούρες της χρεοκοπημένης αυτοκρατορίας των καναλιών ,  που στις μέρες μας χαρακτηρίζονται για την  αναξιοπιστία τους είναι αποδεδειγμένο. Όμως, όταν  κάποιος ξεπερνά  και τα όρια της γραφικότητας καταντά εκτός απο νούμερο και  προκλητικός !

Ο συγκεκριμένος  χαρακτήρισε τη μετανάστευση εξαιτίας της φτώχειας και της ανεργίας «κινητικότητα των εργαζομένων εντός της ΕΕ».

Κατά την άποψη του  η  όποια αναφορά στη μετανάστευση της νεολαίας, συνιστά  εθνική «κλαψούρα» και βέβαια για τον κύριο αυτό δεν υπάρχει καμία αιτιολογία για την πικρή αυτή πραγματικότητα.

Δείτε το tweet, το οποίο οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί  και  δείγμα  γελοιότητας, γραφικού κ.  Άρη Πορτοσάλτε (φερόμενου και ως δημοσιογράφου).

protosalte

Nαι, θα έφευγα


bahamas-day-trip

» Nαι, θα έφευγα. Όχι επειδή υπάρχει κρίση. Όχι επειδή οι δουλειές είναι δύσκολες. Όχι επειδή με ζορίζει το δάνειο. Αλλά επειδή ζω σε μια χώρα που οι συμπατριώτες μου μάλλον δεν αγαπούν τελικά, μιας και αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει. Δεν μιλώ για τους φοροφυγάδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, τα πάσης φύσεως λαμόγια. Μιλώ για μια πολύ μεγαλύτερη, φοβάμαι, μάζα. Που κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο την πάρτη της, τον παρά της, τον κύκλο της, το σπίτι της, αδιαφορώντας παντελώς για ό τι κοινό. Που δεν τηρεί κανέναν κανόνα – ούτε κάν τους στοιχειώδεις της καλής συμπεριφοράς – και δεν έχει και κανέναν σκοπό να τους τηρήσει ποτέ. Που περιμένει πάντα από κάποιον άλλον, κάποιον αόριστο τρίτο – συνήθως αυτός λέγεται κράτος όταν δεν λέγεται μαλάκας – να κάνει τα πάντα για λογαριασμό του: απ’το να του βρει δουλειά μέχρι να του καθαρίσει τα σκαλιά όταν χιονίσει. Είναι κακόγουστος, κακότροπος και κακόπιστος. Δεν λέει καλημέρα, παρακαλώ κι ευχαριστώ. Πετάει το σκουπίδι του στον δρόμο. Καπνίζει στο εστιατόριο γιατί έτσι γουστάρει. Αγνοεί επιδεικτικά την ουρά στα τυριά κι αν του το υπενθυμίσει κανείς ενοχλείται μεγαλοφώνως. Βγάζει τον σκύλο βόλτα – αν τον βγάλει – και δεν διανοείται να μαζέψει τα κουραδάκια του. Το μπαλκόνι του είναι η αποθήκη του και στα παλιά του τα παπούτσια αν εσύ πίνεις καφέ με θέα τη σκεβρωμένη σιδερένια ντουλάπα και δυο σφουγγαρίστρες. Κτίζει τριόροφο και σε κάθε βεράντα βάζει άλλα κάγκελα – λες και τα πήρε ρετάλια από καλάθι. Ακούει πως κάτι καλό έγινε κι αντί να χαρεί, ψάχνει να βρει τον λάκο στη φάβα. Δεν τον θέλω πια στην καθημερινότητά μου. Έχει καταστρέψει την πατρίδα μου. Είναι μίζερος και κινδυνεύω να με πάρει μπάλα η μιζέρια του. Ναι, λοιπόν. Αν ήμουν δεκαοκτώ, εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, θα ήμουν κολλημένη σ’ενα PC και θα έψαχνα τα job opportunities ανά τον κόσμο. Θα έφευγα όχι για μια καλύτερη δουλειά, όχι για περισσότερα λεφτά, αλλά για να ξαναβρώ την ποιότητα της καθημερινότητάς μου. Τις αξίες της οργανωμένης κοινωνίας που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου- της συλλογικής εργασίας, της κοινωνικής προσφοράς, του εθελοντισμού. Τη χαρά του να κυκλοφορώ ελεύθερα στο δρόμο, να παίρνω το λεωφορείο όποτε θέλω και να μου λέει καλημέρα η ταμίας στο σουπερμάρκετ. Κι ας ήταν γκρίζος ο ουρανός κι ας μην είχε θάλασσα. Το τίμημα που πληρώνουμε γι’αυτόν τον γαλανό ουρανό είναι τεράστιο. Δεν είμαι ούτε δεκαοκτώ, ούτε εικοσιοκτώ, ούτε τριανταοκτώ. Αλλά κοιτάζω πού και πού, λάγνα, τις αγγελίες στο guardianjobs και δεν δυσκολεύομαι καθόλου να με δω να φεύγω«.
 (Μαρίνα Λεωνιδοπούλου -espresso croquant)

«Nαι, και εγώ θα έφευγα» για τους ίδιους και ακόμα περισσότερους λόγους, αν …  αν δεν υπήρχαν κάποιοι δικοί μου άνθρωποι εδώ που αγαπώ  – δεν γίνεται να με ακολουθήσουν-  και για αυτούς μονάχα μένω πίσω , συμπληρώνω εγώ.

Η εικόνα αυτή δεν λέει να μου φύγει από το μυαλό


Σαν χτες μου φαίνεται που ήρθα και σε πήρα για άλλη μια φορά από το αεροδρόμιο. Γέλια, χαρές, γκριμάτσες κοροιδευτικές και μετά μια παρατεταμένη σφιχτή αγκαλιά! Έλεγες.. έλεγα..λέγαμε .. τιτιβίζαμε σαν πουλάκια στο κλουβί νυχτιάτικα οι δυο μας μες στο αυτοκίνητο.
– Γλυστρίδα σας τάισαν στην πτήση?
– Μοτεράκι έχεις! 40 λέξεις πιάνεις στο λεπτό !
Και πάλι αγκαλιες και χάδια εκει που οδηγούσα!
– ΚΑτσε ήσυχα βρε σκαθαράκι! Θα τρακάρουμε! Θα σκοτωθούμε!
– Μη σκας ! Δεν πεθαίνεις εσυ, Μανού – είσαι ακόμα μπουμπού! Πρώτη φορά θα είναι! Αλήθεια πως του ξεφεύγεις?
– Έχω λόγους! Του, τους λέω και μ αφήνει!
-Τι λόγους» ?
Εσένα! Εσένα πάνω από όλα και μετά και άλλον ένα!
….

Και ύστερα στο σπίτι! σαν σίφουνας εισέβαλες! Κουβάριασες τη ντουλάπα σου ψάχνοντας για ρούχα ξώπλατα και για ρακέτες και μαγιώ! Χτύπαγαν τα τηλέφωνα, μπαινόβγαιναν οι παρέες σου και εσυ χαμογελούσες ξένοιαστα .. και για μένα άνοιγαν οι Ουρανοί και έπεφτε φως! Ενας φως ζεστό που φώτιζε ολόκληρο το είναι μου..

Οταν ένα πρωί πήρες το βαλιτσάκι και ατάραχη χτύπησες την αυλόπορτα, δεν με ένοιαξε διόλου .. Ηξερα πως είχες ανάγκη να μαζέψεις Ήλιο…από τη γη που σε κανάκευε ζεστά στην αγκαλιά της τα τελευταία χρόνια. Ετσι σε ξεπροβόδισα αγόγγυστα …Αντίθετα μέσα μου σιωπηρά σου ευχήθηκα.. Εκει που πας να βρεις ότι αγάπησες ότι αγαπάς ή έχασες και ακόμα δεν εξέχασες..

Και οι μέρες περνούν… πέρασαν όλες σχεδόν … πλησιάζει η ώρα να ανοίξεις τις φτερούγες σου και να μου φύγεις πάλι χελιδονάκι μου..

Οσο μακρυα κι αν είσαι να ξέρεις πως εσυ θα δεσπόζεις μέσα μου .. πάντα..! Κι εγώ θα μετρώ τις μέρες ,, τους μήνες .. τα εισητήρια .. και θα τρέχω κοντά σου, κάθε φορά που θα μου γνέφεις …Όσπου μια μέρα να πάψει η καρδιά μου, να χτυπά και θα είναι η σειρά σου να ρθεις να με αποχαιρετήσεις!

Τι με έπιασε? Οτι με πιάνει κάθε που σε αποχαιρετώ , Χαρά μου!

.